Δέσποινα Γλέζου: «Είμαι καριερίστα της ζωής, όχι του τραγουδιού»

Newsroom.
09/07/2026 16:28

Η θρυλική μορφή της ελληνικής ποπ και ροκ σκηνής μιλά για την πορεία της, τις επιλογές της και τη φιλοσοφία ζωής που ακολούθησε όλα αυτά τα χρόνια

Τραγουδοποιός και τραγουδίστρια, η πρώτη που βγήκε στη σκηνή µε ηλεκτρική κιθάρα και σίγουρα ένα ιστορικό πρόσωπο στην εγχώρια ποπ – ροκ σκηνή. Ταυτισμένη µε το θρυλικό «Ζωντανοί στο Κύτταρο», η ανιψιά του Γιάννη Ρίτσου και στενή συγγενής του Μανώλη Γλέζου έφυγε στην Αγγλία για πολλά χρόνια κι όταν ξανάρθε στην Ελλάδα εγκαταστάθηκε µόνιµα στη Νάξο. Συναντήσαµε τη ∆έσποινα Γλέζου στο σπίτι της στην Κυψέλη, αφού το κλίµα της Νάξου είναι απαγορευτικό πια για την υγεία της, και µας µίλησε για τα πάντα µε µια αξιοζήλευτη ηρεµία και αυτογνωσία – χαρακτηριστικά των χορτασµένων ανθρώπων που δηλώνουν καριερίστες της ζωής και όχι της τέχνης.

Σας συναντώ στην Αθήνα που επιστρέψατε µόνιµα αφήνοντας τη Νάξο.

Πέρασα µια βαριά πνευµονία που κόντεψα να χάσω τη ζωή µου. Πέσανε πάνω µου όλοι οι γιατροί της Νάξου και µε έσωσαν. Κατ’ εντολήν των γιατρών έπρεπε να επιστρέψω στην Αθήνα, ανήκοντας πια στις ευπαθείς οµάδες, µιας και η Νάξος έχει τη µεγαλύτερη υγρασία απ’ όλα τα νησιά των Κυκλάδων. ∆εν µου λείπει, γιατί δίνοµαι 100% σε ό,τι κάνω, άσε που άµα θέλω θάλασσα παίρνω το αυτοκίνητο, πάω στον Αλιµο και όλα καλά.

Είχατε και έξοδο πρόσφατα, στο live της Λήδας. Πώς και δεν ανεβήκατε να πείτε κι εσείς ένα τραγούδι;

Με το τραγούδι δεν έχω πλέον καµία σχέση, σε αντίθεση µε την εποχή που το έκανα, που είχα πράγµατι µεγάλη σχέση. Με θεράπευε σαν το σκυλί που γλείφει τις πληγές του και µου έδωσε την επιβεβαίωση, σαν να άγγιξα το θεϊκό. Οταν ο κύκλος ολοκληρώθηκε, δεν είχα κανένα λόγο να συνεχίσω. ∆εν είµαι καριερίστα τραγουδίστρια, αλλά καριερίστα της ζωής. Θέλω να ζήσω όλα τα κεφάλαιά της µέχρι να φύγω. Χώρια που ανά πέντε ή επτά χρόνια η ζωή µου δεν έχει καµία σχέση µε την προηγούµενη απ’ όλες τις απόψεις.

Ωστόσο, όχι πολλά χρόνια πριν, είχατε δώσει ένα οργανικό έργο, το «Puzzle», φανερώνοντας τη συνθετική σας δεινότητα.

Ηταν η τελευταία καλλιτεχνική αναλαµπή µου. Υπάρχουν κι άλλα έργα, που δεν έχω καµία όρεξη να τα βγάλω. Το ίδιο και τα βιβλία που µε παροτρύνουν οι φίλοι να τα εκδώσω, αλλά είµαι αλλού πια, δεν µε ενδιαφέρει. Κάνω ξεκούραση από τα πάντα, είµαι σε ζεν φάση και δεν θέλω να έχω την παραµικρή ευθύνη.

Μου είχατε πει ότι τότε στο «Κύτταρο» όλοι οι εχθροί σας ήταν οι άνδρες.

Ναι, αφού κι εκείνοι ήταν στα ξεκινήµατά τους. ∆εν µπορούσαν ξαφνικά να βλέπουν µια γυναίκα µπροστά να παίζει ηλεκτρική κιθάρα κι αυτοί να τη συνοδεύουν. Ηµουν και λίγο θρασύς, άµα γινόταν κάνα λάθος, τους την «έλεγα». Οπότε οι άντρες µε πολέµησαν, ενώ οι γυναίκες µε αγάπησαν. ∆εν είχα ανταγωνισµούς µαζί τους, ούτε σε προσωπικά ούτε σε επαγγελµατικά θέµατα. Θεωρώ ότι η πατριαρχία θα µας απασχολήσει ακόµη για πολύ, καθώς κι εµείς οι γυναίκες κάτι κάνουµε και τα αναποδογυρίζουµε τα πράγµατα. Πολλές γυναίκες κάνουν έναν πλούσιο γάµο για να διασφαλιστούν ή τους ασκείται βία και δεν φεύγουν, παραµένουν στους άντρες τους. Υπάρχει ακόµη µια φοβία στη γυναίκα και δεν µετακινείται.

Πότε πιάσατε στα χέρια σας για πρώτη φορά ηλεκτρική κιθάρα;

Μετά τα «Ταβάνια» το 1968. Είχαµε οικονοµική άνεση στο σπίτι και η κιθάρα που µου φέρανε από το εξωτερικό ήταν η καλύτερη. Ακόµη κι αυτό ενόχλησε τα αγόρια, που δεν είχαν την ίδια ευχέρεια, ασχέτως αν βοήθησα πάρα πολλά παιδιά να αποκτήσουν κι αυτά µουσικά όργανα. Ενα Σάββατο στο Ροντέο –παίζαµε µε τον Σαββόπουλο και τη Μαρίζα Κωχ– είχε τόση δουλειά που ξαφνικά ο ∆ιονύσης µου πήρε την καρέκλα. «Πρέπει να τη δώσουµε, δεν χωράει ο κόσµος». Αλλωστε εσύ είσαι ροκ και πρέπει να τραγουδάς όρθια» µου είπε. Αυτό ήταν! Στο ρεπερτόριό µου επίσης είχα τραγούδια δικά µου, του αδερφού µου και του Σαββόπουλου. Τότε που ηχογραφούσα στη Lyra τα πρώτα 45άρια µου, αν και ο Πατσιφάς µε ήθελε σε δικό του, άλλο στιλ. Ηθελε να µου κόψει τα µαλλιά σε στιλ Ζιλιέτ Γκρεκό, αλλά ευτυχώς µετά στήριξε πολύ τους Νοστράδαµος στο ένα και µοναδικό άλµπουµ που βγήκε.

Ιστορία µεγάλη αυτό το ένα και µοναδικό άλµπουµ.

Με αρχηγό τον Στέλιο Φωτιάδη, κάναµε τρεις µήνες πρόβες για το «∆ώσ’ µου το χέρι σου» µε αυστηρότητα και προσήλωση. Ολα τα κοµµάτια ήταν σε στίχους της Εύης Ρουµελιώτη και ο Πατσιφάς στήριζε τα ποπ – ροκ συγκροτήµατα. Ισως όχι µια γυναίκα ροκ, αφού τις γυναίκες τις ήθελε σε στιλ Αρλέτα, το χαµηλότονο. Εκ φύσεως δεν ήµουν χαµηλότονη τραγουδίστρια και γι’ αυτό εκείνο τον καιρό δεν έβγαλα µεγάλο προσωπικό δίσκο.

Εσείς αποχωρήσατε από το γκρουπ όταν ήρθε η Ρένα Παγκράτη;

Στο γκρουπ µε ξαναφώναξε ο Φωτιάδης, γιατί όταν έπαιζαν οι τρεις τους, εκείνος µε τον Λαµπρόπουλο και την Παγκράτη, δεν είχαν κόσµο. Ελειπαν, βλέπεις, η ∆έσποινα και ο Charlie (σ.σ.: ο Ιπποκράτης Εξαρχόπουλος). Η Παγκράτη είχε πάρει τη θέση της Αγγλίδας Κρις Κινγκ, αλλά δεν την πάλευα µαζί της. Ηταν ηθοποιός – τραγουδίστρια και όχι νοστραδαµική, ήταν κάπως σαν ξένο σώµα. ∆εν κάναµε καθόλου παρέα και η αλήθεια είναι ότι µόλις γράψαµε µερικά ακόµη κοµµάτια στο στούντιο έφυγα στο Λονδίνο το 1974. Επρόκειτο να πάει στη Eurovision ένα δικό µας τραγούδι, το «Θέλω να σας τραγουδήσω», αλλά τελικά έστειλαν τη Μαρινέλλα, αφού οι Νοστράδαµος ουσιαστικά διαλύθηκαν µετά το σκάνδαλο µε τον Charlie.

Ποιοι ήταν οι συνάδελφοι φίλοι σας µέσα στα χρόνια;

Η Λήδα Χαλκιαδάκη, που βγάλαµε µαζί το ίδιο εξατάξιο γυµνάσιο. Η Μαρίνα επίσης, που µεγαλώσαµε στην ίδια γειτονιά. Κάναµε και παρέα µε τον Κώστα Τουρνά, κολλητοί ήµασταν πριν γίνουµε γνωστοί µε τα συγκροτήµατα. Και µε τον Λογαρίδη ήµασταν φίλοι, τον λάτρευα. Πολύ ταλαντούχος συνθέτης µε ένα πηγαίο ταλέντο. Ατυχο παιδί, όπως όλα τα αθώα αγόρια του καιρού εκείνου που στραπατσαρίστηκαν. Εκείνο που εξόντωσε τον Λογαρίδη ήταν το «κλέψιµο» της µουσικής του από τον Βαγγέλη Παπαθανασίου. ∆εν υπήρχε µία νότα από τους «∆ρόµους της φωτιάς» του Βαγγέλη πού να µην ήταν δική του. Πού να τα έβαζε όµως µαζί του, που είχε τους καλύτερους δικηγόρους της Αγγλίας; Από τότε, που δεν δικαιώθηκε άρχισε η κατρακύλα του Σταύρου.

Με την απόσταση τόσων χρόνων και δεδοµένης της καταστροφής στην κυριολεξία ενός άλλου καλλιτέχνη, τον έχετε συγχωρέσει τον Παπαθανασίου;

Τα πάντα έχω συγχωρέσει. Ξεκίνησα από µένα και συνέχισα µε τους άλλους, γιατί δεν ήταν λίγες οι τρικλοποδιές. Η κλοπή πάντως έγινε σ’ έναν καλλιτέχνη που εκτιµούσα κι έναν άνθρωπο που αγαπούσα. Και δεν τον έκλεψε µόνο, πήρε και έναν πακτωλό χρηµάτων που σίγουρα τα δικαιούνταν ο Σταύρος. Και οι αθώοι, όταν τους κάνεις κακό, ψάχνουν να παρηγορηθούν µε άλλους τρόπους, αν µε καταλαβαίνετε. Ευτυχώς στην πορεία της ζωής µου δεν έµπλεξα ούτε µε ναρκωτικά ούτε µε ποτό. Μια µπίρα έπινα µόνο κι αν οι άλλοι «κάπνιζαν» µπροστά µου έφευγα, αισθανόµουν µια αηδία. Εξάρτηση είχα από το τσιγάρο, κάπνιζα δύο πακέτα την ηµέρα επί 42 χρόνια κι έτσι φορτώθηκα µια ΧΑΠ σήµερα. Ηταν το καλύτερο φιλαράκι µου, ούσα µοναχική. Γύρισα µόνη µου όλο τον κόσµο, Αυστραλία, Αµερική, Ευρώπη, ως νοµάς. ∆ιανυκτέρευα σε καφετέριες, κοιµόµουν εκεί, το πρωί πλενόµουν στις τουαλέτες τους, έµπαινα στο αµάξι και συνέχιζα. Στεκόµουν σ’ όποιο µέρος µού άρεσε κι όταν ξέµενα από λεφτά δούλευα για δυο µήνες στο Λονδίνο και µε τα λεφτά που έβγαζα, γυρνούσα για άλλους έξι µήνες. Στα ταξίδια πήγαν όλα τα λεφτά µου (γέλιο). Υπάρχει κι ένας µύθος γύρω από το όνοµά µας, το «Γλέζος», που µας συνδέει µε την Αγγλία.

Είµαι όλος αυτιά!

Λέγεται ότι στα παλιά χρόνια όλοι οι Εγγλέζοι κάνανε ναυτικό. Είχε έρθει ένα πλοίο στη Νάξο κι ένας απ’ αυτούς πήγε στην Απείρανθο και τρελάθηκε µε το χωριό. Γύρισε στην Αγγλία, πούλησε τα πάντα και εγκαταστάθηκε στην Απείρανθο, όπου όλοι τον φώναζαν «ο Εγγλέζος» κι έτσι έµεινε το «Γλέζος». ∆ούλευε εκεί για τους Φράγκους, αλλά αυτοί, επειδή ήταν πολύ δουλευταράς, του χάρισαν µια µεγάλη έκταση γης, που όλα τα επόµενα χρόνια ανήκε σε µας, στους Γλεζαίους. Αυτός παντρεύτηκε Απειρανθίτισσα και έκανε εννιά κόρες κι έναν γιο, το πραγµατικό του όνοµα όµως χάθηκε στην πυρκαγιά του ληξιαρχείου της Απειράνθου.

Θέλετε να µου πείτε για τη συγγένειά σας µε τον Ρίτσο και τον Μανώλη Γλέζο;

Ο πατέρας του και ο παππούς µου από τη µεριά του δικού µου πατέρα ήταν πρώτα ξαδέλφια. Ο Ρίτσος πάλι ήταν αδερφός της µητέρας µου. Το σπίτι µας ήταν µονίµως απασχοληµένο µ’ αυτούς τους δύο.

Μπορείτε να µου πείτε ποια ήταν η πιο ευτυχισµένη περίοδος της ζωής σας;

Θα σας εκπλήξω! Τώρα! Ζω τις µέρες και τις ώρες µέσα απ’ όσα έχω ζήσει. Μπορώ να υπάρχω µε το τίποτα, έξω από θεάµατα και τραγούδια, αφού οι βόλτες µου στη Φωκίωνος είναι µαγικές, έχοντας ζήσει όλα µου τα χρόνια µέσα σ’ ένα αεροπλάνο ή σ’ ένα αυτοκίνητο. Αυτό ήταν και το «Puzzle», το τελευταίο µου έργο. Ολα τα κοµµάτια της ζωής απ’ την ώρα που γεννιόµαστε µέχρι την εξιλέωσή µας απ’ τα πάθη µας κι απ’ τα πάντα.

Τι περιµένετε από εδώ και πέρα; Του χρόνου γίνεστε 80 ετών.

Να υπάρχω και να αισθάνοµαι τον παλµό της ζωής χωρίς να σέρνοµαι µε αρρώστιες… Το πανέµορφο παραµύθι της ζωής τελειώνει όταν πονάς και υποφέρεις. ∆εν µπορείς να περπατήσεις, να σκεφτείς, να ονειρευτείς. Πλέον εµένα η ψυχή µου έχει γίνει τσιγαρόχαρτο και όλα µου φαίνονται απίστευτα όµορφα.

«Γλυκύτατος άνθρωπος ο Χατζιδάκις»

Αναρωτιέμαι αν γνωρίσατε ποτέ τους Χατζιδάκι – Θεοδωράκη.

Το 1984 δούλευα για ένα φεγγάρι σ’ ένα μαγαζί στην Κύπρο, όπου είχε έρθει ο Χατζιδάκις για συναυλίες με τους αγαπημένους μου Σπάθα, Τουρκογιώργη, Αντύπα. Τα παιδιά με πήραν μαζί τους στην περιοδεία, στο πούλμαν, κι εκεί συνομίλησα με τον Χατζιδάκι, που ήταν ένας γλυκύτατος άνθρωπος. Τον Θεοδωράκη τον συνάντησα όταν έγραψε λόγια για το βιβλίο μου, το «Ραβασάκι στον Αδάμ». Δεν είχε ιδέα τι είμαι εγώ, περί ροκ κ.λπ., αφού με δέχτηκε σαν την ανιψιά του Γιάννη Ρίτσου. Πολύ ωραία επαφή είχαμε παρ’ όλα αυτά. Θυμάμαι μια συναυλία με τον Χατζιδάκι, που θύμωσε όταν μια κυρία κρατούσε το μωρό της που έκλαιγε. Της είπε να βγει έξω, γιατί η μουσική οφείλει να είναι απερίσπαστη υπόθεση. Δίκιο είχε και έτσι ήταν ο Χατζιδάκις!

Πηγή: documentonews.gr

Ακολουθήστε το naxostimes.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Latest Post

Comments are closed.