Το αφιέρωμα στο κλασικό Αμερικάνικο φιλμ νουάρ συνεχίζεται…με τις καλοκαιρινές προβολές από την Κινηματογραφική Λέσχη Νάξου στην αυλή του Πολιτιστικού Κέντρου Δήμου Νάξου
Αυτή την Τετάρτη 30 Ιουλίου στις 9.30 μ.μ. προβάλλεται η Ασπρόμαυρη του 1944 “Λάουρα” του Ότο Πρέμινγκερ
Συνεχίζονται οι προβολές κάθε Τετάρτη την ίδια ώρα στην αυλή του Πολιτιστικού Κέντρου Δήμου Νάξου (πρώην Σχολή Ουρσουλινών) στο Κάστρο της Χώρας της Νάξου.
Παραγωγή: Οτο Πρέμινγκερ
Σκηνοθεσία: Οτο Πρέμινγκερ
Σενάριο: Τζέι Ντράτλερ, Σάμιουελ Χοφενστάιν, Μπέτι Ράινχαρντ
Φωτογραφία: Τζόζεφ ΛαΣελ
Μοντάζ: Λούις Λέφλερ
Μουσική: Ντέιβιντ Ράκσιν
Πρωταγωνιστούν: Τζιν Τίρνεϊ, Ντάνα Αντριους, Κλίφτον Γουέμπ, Βίνσεντ Πράις, Τζούντιθ Αντερσον
Διάρκεια: 88 λεπτά
Γλώσσα: Αγγλικά

Οταν η «Laura» πήρε το πράσινο φως από τη 20th Century Fox δεν ήταν παρά η διασκευή ενός θεατρικού έργου της Βέρα Κάσπαρι που δεν κατάφερε ποτέ να ανέβει στο Μπρόντγουεϊ και που στη συνέχεια μεταποιήθηκε σε μυθιστόρημα για να αγοραστεί από το στούντιο και να αποτελέσει την καθοριστική στιγμή στην καριέρα του Οτο Πρέμινγκερ.
Διάσημος για τον ιδιότροπο χαρακτήρα του, αλλά και για τις διαμάχες του με τον νεαρό ακόμη τότε Ντάριλ Φ. Ζανούκ, ο Αυστριακός Πρέμινγκερ είχε βρεθεί στο Χόλιγουντ να συνεργάζεται με τους ιδρυτές της 20th Century Fox, σκηνοθετώντας ταινίες μικρού προϋπολογισμού για το b-movie παράρτημα της εταιρίας, δίνοντας εξαιρετικά δείγματα διαχείρισης του budget και της παραγωγής, αλλά όχι τίποτα περισσότερο ως τελικό προϊόν, παρά ταινίες δεύτερης διαλογής για την αναπτέρωση του ηθικού της Αμερικής εν καιρό πολέμου.
Επιστρέφοντας στη Fox, ο Ζανούκ του ανέθεσε την παραγωγή του «Laura», αλλά όχι και τη σκηνοθεσία – παρά τις επίμονες προσπάθειες του Πρέμινγκερ – και έτσι το πρότζεκτ κατέληξε μετά από αρκετά ονόματα σε αυτό του Ρόμπερτ Μαμούλιαν («Queen Christina») που ο Πρέμινγκερ δεν εκτιμούσε επειδή πίστευε πως ήταν απλά ένας καλός τεχνίτης που όμως δεν ενδιαφερόταν για τους χαρακτήρες ή για την ατμόσφαιρα των ταινιών του.
Το γύρισμα ξεκίνησε αλλά οι κακές σχέσεις του Μαμούλιαν με τους ηθοποιούς του θα οδηγούσαν γρήγορα σε αναβολή της παραγωγής και στην τελική απόφαση της Fox να δώσει τη σκηνοθεσία στον Πρέμινγκερ. Με νέους σεναριογράφους, νέο σκηνογράφο και νέο διευθυντή φωτογραφίας, ο Πρέμινγκερ κατάφερε να ολοκληρώσει το γύρισμα της «Laura» χωρίς να ξεφύγει πολύ από τον αρχικό προϋπολογισμό και με τις ελάχιστες πιθανές απώλειες στο director’s cut, όπως το γνώριζε σχεδόν πριν ξεκινήσει την ετοιμασία της ταινίας.
Στα χέρια του Πρέμινγκερ, η «Laura» άλλαξε μορφή, ύφος και κυρίως «τάξη», αφού από μια περίπλοκη αστυνομική ιστορία ιδανική για ένα ακόμη b-movie, κατέληξε σε μια απαστράπτουσα παραγωγή που στέφθηκε με μεγάλη εμπορική επιτυχία, εκτίναξε την καριέρα των πρωτοεμφανιζόμενων ακόμη Τζιν Τίρνεϊ και Ντάνα Άντριους και δικαίωσε τον Πρέμινγκερ για τις επιλογές του: ο Κλίφτον Γουεμπ στον οποίο ο Πρέμινγκερ πίστεψε κόντρα σε κάθε άλλη γνώμη κέρδισε μια υποψηφιότητα για Οσκαρ Β’ Ανδρικού Ρόλου, ενώ προτάθηκαν όλοι οι νέοι συνεργάτες που προσλήφθηκαν (Καλύτερο Σενάριο, Καλύτερα Σκηνικά) με τον Τζόζεφ ΛαΣελ να κερδίζει δικαιωματικά το Όσκαρ Ασπρόμαυρης Φωτογραφίας.
Ποια, όμως, ήταν η «Laura»; Τι ήταν η «Laura»; Οπως εύστοχα προσπάθησε η Fox να μετατρέψει σε μύθο την ύπαρξή της στο τρέιλερ της εποχής, η «Laura» ήταν η αντανάκλαση όλων όσων ήταν ο Πρέμινγκερ σαν άνθρωπος, σαν κινηματογραφιστής, σαν άντρας που παρ’ όλη τη διάσημη κακή σχέση του με όλες τις μεγάλες πρωταγωνίστριες του αγάπησε με πάθος τις γυναίκες, σαν ξένος σε μια χώρα βυθισμένη στο σκοτάδι και τις εμμονές…
Ήδη από την πρώτη αριστοτεχνική σκηνή της, ο θεατής μπαίνει σε μια τροχιά φετιχισμού, ηδονοβλεψίας και υποβόσκουσας σεξουαλικότητας καθώς η έρευνα για το θάνατο της Λόρα ξεκινά, στην αρχή ανυποψίαστα από την πλευρά του αστυνομικού ντετέκτιβ, πριν καταλήξει σε ένα δολοφονικό παιχνίδι που ίπταται στην ατμόσφαιρα του μύθου.
Ο Πρέμινγκερ είναι παρών σε κάθε σκηνή, άλλοτε για να υποδείξει στον θεατή τις αδιόρατες λεπτομέρειες που θα οδηγήσουν στη λύση του μυστηρίου και άλλοτε για να παρατηρήσει και ο ίδιος τη σχεδόν μηχανική αναλογία ανάμεσα στους πολλαπλούς «εραστές» της Λόρα και το φάντασμά της.
Τεχνίτης από τους λίγους που γνώρισε το Χόλιγουντ ακριβώς τη στιγμή που η βιομηχανία ενηλικιωνόταν, ο Πρέμινγκερ χτίζει με το «Laura» έναν παραλογισμό που βασίζεται σε μαθηματική λογική, ένα αρχιτεκτονικό οικοδόμημα με πρώτες ύλες το ασταθές της ανθρώπινης φύσης, ένα μυστήριο που μεγεθύνεται μέσα από τον παραμορφωτικό καθρέφτη της επιθυμίας, ένα μεταφυσικό φιλμ απόλυτου νατουραλισμού, ένα μοντέρνο δείγμα ενήλικου σινεμά που μετά από λίγη ώρα αρνείται να καταχωρηθεί σε ένα είδος παραμένοντας μέχρι και το φινάλε του στον απροσδιόριστο χώρο που κρύβεται η αλήθεια των πραγμάτων.
Χαμηλότονο – σχεδόν υπνωτιστικό (βοηθάει εδώ η υπέροχη μουσική του Ντέιβιντ Ράσκιν), εξπρεσιονιστικό στις στιγμές που η κλειστοφοβική του ατμόσφαιρα διαγράφει τις αδρές γραμμές της προσωπικότητας του καθενός από τους ήρωες του και τολμηρό αφού ακόμη και κεκαλυμμένα «παίζει» εξώφθαλμα με τους όρους του ανδρισμού (o μοναδικός straight που ερωτεύεται τη Λόρα είναι αυτός που δεν την έχει δει ποτέ) και της in the closet ομοφυλοφιλίας (τόσο ο χαρακτήρας του Κλιφτον Γουεμπ, όσο και αυτοί του Βίνσεντ Πράις και της Τζούντιθ Αντερσον – και οι τρεις ομοφυλόφιλοι στη ζωή τους – φλερτάρουν με την αμφίσημη σεξουαλικότητά τους), το «Laura» είναι περισσότερο και από ένα φιλμ νουάρ, μια ταινία – αποπλάνηση.
Από αυτές που παρακολουθούνται με αγωνία για την ταυτότητα του δολοφόνου και τις απαντήσεις στα δεκάδες ερωτήματα που γεννιούνται από την αστυνομική έρευνα, ενώ στην πραγματικότητα η πραγματική «αλήθεια» βρίσκεται πίσω από τα ίχνη και τις ενδείξεις, κάπου ανάμεσα στην αντανάκλασή της και στον τρόπο που επιθυμεί να την εκλαμβάνει ο καθένας από εμάς ξεχωριστά.
Και 81 χρόνια μετά, μια από αυτές τις κινηματογραφικές εμπειρίες που μοιάζουν να μην πέρασε από πάνω τους ο χρόνος, παρά μόνο για να τις κάνει ακόμη πιο δυνατές…
Τί είναι το Film Noir;
Ας προσπαθήσουμε να βρούμε έναν ορισμό.
Για να δείξω πόσο δύσκολο είναι να ορίσουμε τι είναι το film noir, θα αρχίσω με ένα κουίζ.
Ας υποθέσουμε ότι είδαμε δύο ταινίες.
Στην πρώτη: ο Α, ένας πλούσιος επιχειρηματίας, με πολιτικές και άλλες άκρες, προσλαμβάνει τον ιδιωτικό ντεντέκτιβ Β, για να ανακαλύψει αν η γυναίκα του Γ τον απατά. Ο Β, στην πορεία, αποκαλύπτει, εκτός από την απιστία, μια σειρά από καλά κρυμμένα οικογενειακά μυστικά, εξιχνιάζει ένα φόνο, που γίνεται στο μεταξύ, παίρνει την αμοιβή του και γυρνά στην καθημερινή του ρουτίνα μέχρι την επόμενη υπόθεση που θα αναλάβει.
Στη δεύτερη: Ο ιδιωτικός ντεντέκτιβ Β, ερωτεύεται την Γ, γυναίκα του Α, που του ανάθεσε να την παρακολουθήσει. Στη συνέχεια σκοτώνει τον άντρα της για να την παντρευτεί, εκβιάζεται όμως από τον εραστή της που με τη συνέργεια της άπιστης γυναίκας του Α είχανε στήσει όλη την ίντριγκα, και καταλήγει σε ένα χαντάκι σκοτωμένος από έναν αστυνομικό που ήταν παλιός συνεργάτης και φίλος του.
Ποια από τις δύο ταινίες είναι νουάρ;
Ο όρος «film noir» είναι μεταγενέστερος. Κανένας από τους δημιουργούς των ταινιών που χαρακτηρίζονται ως νουάρ δεν ξεκίνησε με τον πρόθεση να γυρίσει μια ταινία, «νουάρ».
Όλα ξεκίνησαν το 1946, στο Παρίσι, με μια ρετροσπεκτίβα αμερικάνικων ταινιών, που ήταν απαγορευμένες στη Γαλλία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Στα μάτια, τόσο του γαλλικού κοινού όσο και των κριτικών, αποκαλύφτηκε ξαφνικά ένας νέος κόσμος, οπτικός, ακουστικός και μυθικός. Ζωντανός, παρόλη την σκοτεινιά του, γοητευτικός, παρόλη τη μοιραιότητά του και αλλιώτικος, που προσπερνούσε τη γαλατική κοσμιότητα και την ευρωπαϊκή αστική ηθική, αγγίζοντας, σχεδόν, τα ακροδάχτυλα ενός κάποιου ιδιόρρυθμου, πραγματιστικού υπαρξισμού.
Έπειτα, ήρθε, σαν μια πρώτη, από μια σειρά προσπαθειών για τον ορισμό του φιλμ νουάρ, το 1955, το βιβλίο των Ραϊμόν Μπορντ και Ετιέν Σομετόν, Πανόραμα του αμερικανικού φιλμ νουάρ 1941–1953, (RaymondBorde, Etienne Chaumeton. Panorama du film noir americain, 1941-1953). Στο βιβλίο τους, οι δύο Γάλλοι κριτικοί, κωδικοποιούν τα χαρακτηριστικά που ορίζουν τη «μαύρη ταινία». Το ονειρικό, το παράξενο, το ερωτικό, το αμφίσημο και το σκληρό. Επιμένοντας, ωστόσο, ότι η πρόταση τους είναι υπεραπλουστευτική, επειδή όλα τα φιλμ νουάρ δεν ενσωματώνουν και τις πέντε αυτές ιδιότητες στον ίδιο βαθμό.
Αν και το φιλμ νουάρ συχνά ταυτίζεται με μια συγκεκριμένη σκηνοθετική γραφή που πάει πέρα από τα χολιγουντιανά στερεότυπα (χαμηλός φωτισμός, άνισες συνθέσεις, ήρωες στα όρια της παραβατικότητας) οι μαύρες ταινίες παρουσιάζουν μια ποικιλία σκηνοθετικών γραφών, με κάποιες από αυτές να υποκύπτουν στο κυρίαρχο συμβατικό χολιγουντιανό μοντέλο, χώρια που εμφανίζουν μια θεματική ποικιλία που περιλαμβάνει όχι μόνο αστυνομικές ιστορίες, αλλά και ρομαντικά ειδύλλια, και δικαστικά και κοινωνικά δράματα.
Ούτε όμως και ο αστικός χώρος που εκτυλίσσεται η νουάρ ιστορία μπορεί να αποτελέσει στοιχείο ορισμού, επειδή υπάρχουν πολλές κλασικές ταινίες του είδους που διαδραματίζονται σε μικρές πόλεις, προάστια, αγροτικές περιοχές ή ακόμα και στο δρόμο. Με το ίδιο σκεπτικό ούτε η παρουσία του ιδιωτικού ντεντέκτιβ και της μοιραίας γυναίκας αποτελεί καθοριστικό στοιχείο για να καταγραφεί μια ταινία ως νουάρ, επειδή υπάρχουν ταινίες που απουσιάζουν τέτοιοι ήρωες.
Τι είναι επομένως το «film noir»; Μήπως δεν είναι καν είδος και είναι ένα «στυλ»; Αυτό υποστηρίζει o Αμερικανός ιστορικός του κινηματογράφου Τόμας Στατζ. ΄Άλλοι, όμως, όπως ο Άλεν Σίλβερ, έγκυρος μελετητής του νουάρ, κάνει λόγο για «θεματικό κύκλο» ή για ξεχωριστό «φαινόμενο» με συγκεκριμένους, όπως γίνεται σε ένα είδος, θεματικούς και οπτικούς κώδικες.
Ακολουθήστε το naxostimes.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

























