Ο Νιρβάνας, ο Ιερός Βράχος και η Νησίδα του Βάκχου

Newsroom
30/10/2025 20:23

 

Στις 24 Οκτωβρίου 1925, ο κορυφαίος χρονογράφος της εφημερίδας ΕΣΤΙΑ Παύλος Νιρβάνας δημοσίευσε ένα πρωτοσέλιδο -όπως πάντα- απολαυστικό χρονογράφημά του, που πυροδοτεί συνειρμούς και αναλογίες και επαναφέρει στη μνήμη την πρόσφατη «μάχη της Πορτάρας». Η χρονική απόσταση των 100 χρόνων δεν μας στερεί τη δυνατότητα να κρίνουμε και να συγκρίνουμε στάσεις, αντιλήψεις και συμπεριφορές διαφορετικών εποχών, αλλά και να υποκλιθούμε μπροστά στο κομψό ύφος, το λαμπερό πνεύμα, το ιδιότυπο χιούμορ, τη γλωσσική άνεση και τη παιγνιώδη σκέψη και φαντασία ενός σκαπανέα του εφήμερου και οσημέραι εκλίποντος είδους της εφημεριδογραφίας και της λογοτεχνίας μας. Είδους που τότε ανθούσε και καρποφορούσε. Δεν είναι τυχαίο, όμως, που, παρά τον επικαιρικό σχολιασμό, αρκετά παλιά χρονογραφήματα μοιάζουν να αφορούν σε σύγχρονα γεγονότα και καταστάσεις.

Ο Νιρβάνας, που άρχισε να δημοσιεύει χρονογραφήματα στις εφημερίδες Άστυ, Ακρόπολη και από το 1905 στην Εστία με το ψευδώνυμο Κύριος Άσοφος -στα πρώτα βήματα- είχε επιλέξει συναφή με το περιεχόμενο τίτλο στη στήλη του χρονογραφήματός του: Από την ζωήν. Επηρεάστηκε από τα ευρωπαϊκά καλλιτεχνικά ρεύματα του αισθητισμού και συμβολισμού και πέθανε το 1937 από βρογχοπνευμονία, σε ηλικία εξηνταενός χρόνων.

Σε ένα ενδιαφέρον συνέδριο που έγινε από 5-7 Οκτωβρίου 2018 στην Αθήνα, με τίτλο «Ψυχή και λόγος: Ανακαλύπτοντας τον Παύλο Νιρβάνα (1866-1937)», με αφορμή τη συμπλήρωση 80 χρόνων από το θάνατο του, ήταν εισηγήτρια και η ναξιώτισσα καθηγήτρια Νεοελληνικών Σπουδών Μαρία Ρώτα, με θέμα: «Η ανάδειξη του Παύλου Νιρβάνα μέσα από το αρχείο του».

Το χρονογράφημα έχει ως εξής:

«ΒΕΒΗΛΩΣΙΣ;

Οἱ κύριοι, λοιπόν, τοῦ Συμβουλίου τῶν Ξένων καί Ἐκθέσεων ἐσκανδαλίσθηκαν ἀπό τήν γυμνήν ἐφάνισιν τῆς Μόνα Παΐδα ἐπί τοῦ Παρθενῶνος. Καί διεμαρτυρήθησαν πρός τήν Ἀρχαιολογικήν Ἑταιρείαν καί τό Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας «διά τήν βεβήλωσιν τοῦ ἱεροῦ χώρου», ὅπου ἐτιμῶντο θεοί. Καί φαντάζομαι τώρα –μερικοί εἶχαν τήν εὐτυχίαν καί νά ἰδοῦν μέ τά μάτια των– ἀπό τό ἕνα μέρος τήν ὡραίαν ἱέρειαν, λύουσαν τόν κεστόν της ἀπέναντι τοῦ Ἀπόλλωνος, ἀπορρίπτουσαν μακρυά ὅλους τούς πέπλους πού ἐκάλυπταν τήν θείαν της γυμνότητα καί λούουσαν εἰς τό φῶς του –κατά μίαν περιγραφήν– ἕνα σῶμα ἀγάλματος καί μίαν ἐπιδερμίδα ροδαλήν, ὅπως τά χαμόγελα τῆς Αὐγῆς. Καί ἀπό τό ἄλλο μέρος, μερικούς σεβασμίους κυρίους, σκυμμένους γύρω ἀπό ἕνα τραπέζι, ξύνοντας τήν κεφαλήν των καί συντάσσοντας ἔγγραφα περί βεβηλώσεως. Βεβαίως, δέν θά εὑρεθῇ κανείς, τώρα, νά μέ πείση, ὅτι τό δίκαιον εὑρίσκεται μέ τούς σεβασμίους κυρίους, τήν ἀρχαιολογίαν των, τά ὑπουργεῖα των, τούς ξένους των τοῦ ὑπερωκεανείου, τάς ἐκθέσεις των καί τάς συνοφρυώσεις των, καί δέν εὑρίσκεται μέ τά ἐλεφάντινα στέρνα καί τάς ροδαλάς λαγόνας, πού ἐτελετούργησαν ἐπί τοῦ Ἱεροῦ Βράχου, μέ τήν ἄδειαν καί τήν εὐλογίαν τοῦ Ἀπόλλωνος.

Βεβήλωσις! Σπάζω τό κεφάλι μου ν’ ἀνακαλύψω ποίου εἴδους βεβήλωσις εἶναι αὐτή πού ἐννοοῦν οἱ ἀγαπητοί μου σεβάσμιοι κύριοι. Βεβήλωσις θά ἦτο, ἄν ἐτύχαινεν, εἰς μίαν στιγμήν ἀρχαιολογικοῦ ἐνθουσιασμοῦ ἐπί τῶν μαρμάρων τοῦ Παρθενῶνος, νά πετάξουν οἱ ἴδιοι τούς πέπλους των καί νά παραστήσουν τόν Ἑρμῆν τοῦ Πραξιτέλους, εἰς τήν σημερινήν του ἡλικίαν. Αὐτό, βεβαίως, θά ἦτο βεβήλωσις, ἀξία νά προκαλέση τήν ἐπέμβασιν, ὄχι μόνον τῆς Ἀρχαιολογικῆς, ἀλλά καί τῆς Παλαιοντολογικῆς Ἑταιρείας. Βεβήλωσις εἶναι τά ρωμαντικά ὄργια, πού τελοῦνται, κάθε Πανσέληνον, μέ τήν ἄδειαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, εἰς τήν περιοχήν τοῦ ναοῦ τῆς σοφίας. Βεβήλωσις εἶναι τά γκρεμοτσακίσματα τῶν ἀπελπισμένων τῆς ζωῆς, μετατρέποντα τόν Ἱερόν Βράχον εἰς αὐτοκτονεῖον. Βεβήλωσις εἶναι τά βεγγαλικά φῶτα, πού θυμιατίζουν, εἰς τάς ἐπισήμους ἡμέρας, τό ἄγαλμα τῆς Παρθένου –εὐτυχῶς πού δέν εὑρίσκεται πλέον ἐκεῖ, γιά νά φτερνίζεται– καί οἱ σπασμένες μπουκάλες τοῦ καμπανίτου, πού ἔστρωσαν κάποτε τό δάπεδον τοῦ ναοῦ της, ὕστερ’ ἀπό ἕνα ἐπίσημον γεῦμα. Ὅλα αὐτά εἶναι, τέλος πάντων, βεβήλωσις. Ἀλλά βεβήλωσις ἡ θεία γυμνότης τῆς ἀναδυομένης Ἀφροδίτης, «τήν καί μάκαρες ποθέουσιν»; Διαμαρτύρομαι ἐν ὀνόματι τῶν Ὀλυμπίων θεῶν, οἱ ὁποῖοι, ὡς γνωστόν, ὄχι μόνον ἐπερπατοῦσαν γυμνοί, ἀρσενικοί καί θηλυκοί, ἀλλά καί θεόγυμνοι ἐλατρεύοντο εἰς τούς ναούς των.

Ὑποθέτω, τοὐλάχιστον, ὅτι ἔχω τήν ἐξουσιοδότησιν τῶν γυμνῶν θεῶν νά διαμαρτυρηθῶ. Καί πρῶτα-πρῶτα τοῦ Ἀπόλλωνος. Αὐτός, ἦλθε καί ἐστάθη καί στέκεται, τσιτσίδι, ὅπως τόν ἐγέννησεν ἡ Λητώ, ὄχι πλέον εἰς τά ὕψη τοῦ Ἱεροῦ Βράχου, ἀλλά καταμεσῆς τῆς Λεωφόρου Πανεπιστημίου, ὅπου περνοῦν καθημερινῶς ἀπό κάτω ὅλαι αἱ σεμναί θεωρίαι τῶν κοριτσιῶν τῶν παρθεναγωγείων. Καί θέλατε νά ἐνοχληθῇ τώρα, διότι ἐγυμνώθη ἐνώπιόν του μία νέα καί ὡραία θνητή; Ἤ μήπως θέλατε νά ἐνοχληθῇ ὁ Ζεύς, ὁ πατήρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε, ὁ μεγαλύτερος γεροκολασμένος πού ἐγνώρισαν ποτέ οἱ αἰῶνες; Ἡ μήπως οἱ ἄλλοι θεοί καί αἱ θέαιναι τοῦ Ὀλύμπου, πού εἶχαν ἐφεύρει τό μπαίν-μίξτ εἰς τόν θεῖον αἰθέρα, πρίν τό ἐφεύρουν οἱ ἄνθρωποι εἰς τήν θάλασσαν; Ἀλλά αἱ σκιαί των, ἄν ἐξακολουθοῦν νά πλανῶνται ἀκόμη εἰς τόν Ἱερόν Βράχον, θά εἶχαν πανηγύρι τήν ἡμέραν ἐκείνην, πού εἶδαν, ἐπί τέλους, καί τήν ροδαλήν σάρκα μιᾶς θνητῆς, ἐκεῖ ὅπου ἦσαν καταδικασμένοι νά βλέπουν τά σκονισμένα σακκάκια τῶν σοφῶν συμπολιτῶν, τίς κάσκες τῶν ξένων τῶν ὑπερωκεανείων καί τά κάσσ-πουσσιέρ ἀπεξηραμένων μίςς. Καί ὅμως, οἱ κύριοι τοῦ Συμβουλίου τῶν Ξένων καί Ἐκθέσεων διαμαρτύρονται, διότι ἄνθισε μίαν στιγμήν τό σεμνόν ἄνθος τῆς γυμνότητος ἐκεῖ ὅπου ἐτιμῶντο θεοί, χωρίς κἄν νά λάβουν τόν κόπον νά ἐρωτήσουν τούς θεούς, ἄν τούς ἐξυνοφάνη τό πρᾶγμα.

Αὐτά εἶναι τά παράξενα. Μία σκονισμένη ρεντιγκότα νομίζει ὅτι εἶναι πλέον εὐχάριστη εἰς τούς θεούς ἀπό ἕνα γυμνόν σῶμα γυναικός. Καί ὅμως, ζῶμεν εἰς τόν τόπον ὅπου οἱ θεοί ἐξακολουθοῦν, καί μαρμάρινοι ἀκόμη, νά μή μᾶς κρύβουν ἀπολύτως τίποτε.

ΠΑΥΛΟΣ ΝΙΡΒΑΝΑΣ»

Για την αντιγραφή:
Επιχώριος

Ακολουθήστε το naxostimes.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις