Ειρήνη Γερουλάνου: «Δεν βαρέθηκα ούτε μία μέρα» – Μια ζωή αφιερωμένη στο Μουσείο Μπενάκη

Newsroom.
09/07/2026 17:40

Η πρόεδρος της Διοικητικής Επιτροπής του Μουσείου Μπενάκη μιλά για περισσότερα από 50 χρόνια προσφοράς, τις προκλήσεις που αντιμετώπισε ο οργανισμός και τη σημασία της αφοσίωσης στον πολιτισμό

Αν έπρεπε να συμπυκνώσει κανείς τη διαδρομή της Ειρήνης Γερουλάνου σε μια λέξη, αυτή θα ήταν η αφοσίωση. Από παιδί βρέθηκε στο Μουσείο Μπενάκη και δεν έφυγε ποτέ πραγματικά από εκεί. Όλα αυτά τα χρόνια μπορεί να άλλαξαν οι εποχές, οι διευθυντές, οι κυβερνήσεις, οι οικονομικές συνθήκες, ακόμη και η ίδια η Αθήνα, αλλά εκείνη συνεχίζει να επιστρέφει στο ίδιο μέρος, σαν να υπήρχε ένα αόρατο νήμα που ένωνε τη ζωή της με τη μοίρα του μουσείου.

Όταν τη ρωτώ τι θα έκανε περήφανη τη δεκαπεντάχρονη εθελόντρια που περνούσε ώρες κολλώντας φωτογραφίες στο αρχείο του Μουσείου Μπενάκη, η απάντησή της έρχεται χωρίς δισταγμό: το ότι αφιέρωσε συνειδητά τη ζωή της στο μουσείο. «Μετά από τόσα χρόνια εξακολουθώ να πιστεύω ότι άξιζε», μου λέει.

Η σχέση της με το Μουσείο Μπενάκη δεν υπήρξε ποτέ επαγγελματική με τη στενή έννοια του όρου. Εξελίχθηκε σε μια σχέση ζωής που, όπως η ίδια παραδέχεται, καθόρισε την πορεία της, τη γέμισε ενέργεια, της έδωσε νόημα. Στον δικό της απολογισμό δεν υπάρχει χώρος για μεγαλόστομες διακηρύξεις. Μιλά για τον εαυτό της ως «καλό εργάτη», ως «πολυεργαλείο», ως έναν άνθρωπο που βρέθηκε πάντα εκεί όπου υπήρχε ανάγκη.

Για περισσότερες από πέντε δεκαετίες έζησε το Μουσείο Μπενάκη σε όλες τις μεταμορφώσεις του, από την εποχή που το όραμα του Άγγελου Δεληβορριά έμοιαζε σχεδόν ουτοπικό μέχρι τη σημερινή του θέση ως ενός από τους σημαντικότερους πολιτιστικούς οργανισμούς της χώρας. Έζησε την επέκταση της Κουμπάρη, τη δημιουργία της Πειραιώς, το Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης, το Μουσείο Παιχνιδιών, τις μεγάλες εκθέσεις, τις διεθνείς συνεργασίες, τις στιγμές θριάμβου αλλά και τις περιόδους που όλα έμοιαζαν να κρέμονται από μια κλωστή.

«Δεν βαρέθηκα ούτε μία μέρα. Άρα, είμαι πολύ τυχερός άνθρωπος».

Όταν μιλά για τις πιο δύσκολες στιγμές δεν αναφέρεται σε προσωπικές δοκιμασίες αλλά σε απειλές για την ίδια την ύπαρξη του μουσείου. Θυμάται την αναστολή των εργασιών της επέκτασης το 1990, την οικονομική κρίση του 2011 που οδήγησε σε απολύσεις και περικοπές, τη δικαστική απόφαση του 2019 που απείλησε ευθέως τη βιωσιμότητα του οργανισμού. Και περιγράφει τον δικό της ρόλο με μια χαρακτηριστική εικόνα: σαν την «κόλλα» που προσπαθούσε να ενώσει το όραμα του παρελθόντος με τη σκληρή πραγματικότητα του παρόντος.

Δεν είναι τυχαίο ότι μιλώντας για τις σημαντικότερες στιγμές της πορείας της δεν επιλέγει βραβεία ή διακρίσεις. Θυμάται μια νύχτα στην οδό Πειραιώς, όταν ολοκληρώθηκε η ανάπλαση του βιομηχανικού κτιρίου και ενεργοποιήθηκε για πρώτη φορά ο φωτισμός. Καθισμένοι σε μια στάση λεωφορείου απέναντι από το κτίριο, οι άνθρωποι που είχαν δουλέψει γι’ αυτό κοιτούσαν σιωπηλοί το αποτέλεσμα, «άναυδοι και περήφανοι», όπως λέει. Η εικόνα αυτή μοιάζει να συμπυκνώνει όλη τη φιλοσοφία της: η χαρά της δημιουργίας είναι πάντοτε συλλογική.

Καθοριστικός άνθρωπος στη ζωή της υπήρξε ο Άγγελος Δεληβορριάς. Όχι μόνο επειδή διαμόρφωσε το σύγχρονο Μουσείο Μπενάκη αλλά και γιατί, όπως τονίζει, της έμαθε ότι η χαρά προέρχεται από την προσφορά και όχι από την ανταμοιβή. Της δίδαξε τη σημασία της ευθύνης, της εμπιστοσύνης, της ενσυναίσθησης. Κυρίως όμως της έδειξε ότι ο ρόλος ενός ηγέτη δεν είναι να επιβάλλεται αλλά να εμπνέει.

Κι αυτός είναι ο λόγος που, ακόμη και σήμερα, εκείνο που τη συγκινεί περισσότερο δεν είναι τα κτίρια, οι συλλογές ή οι αριθμοί. Είναι οι άνθρωποι. Οι εργαζόμενοι που αφιερώνουν τη ζωή τους στο μουσείο, οι συντηρητές, οι επιμελητές, οι φύλακες, οι εκπαιδευτικοί, οι δωρητές, οι επισκέπτες. «Υπάρχει κάτι πολύ καλό και δυνατό στο Μουσείο Μπενάκη», επισημαίνει.

Ακούγοντάς την, αντιλαμβάνεται κανείς ότι αυτό το «κάτι» δεν αφορά μόνο ένα μουσείο. Πρόκειται για μια ιδέα που σχετίζεται με τον πολιτισμό και σπανίζει όλο και περισσότερο. Μια ιδέα που δεν βασίζεται στη δημοσιότητα, στην προβολή ή στις προσωπικές φιλοδοξίες. Έχει να κάνει με τη διάρκεια, την ευθύνη και τη φροντίδα.

Ως εκ τούτου, σε μια εποχή που όλα μοιάζουν να αλλάζουν ραγδαία, η Ειρήνη Γερουλάνου καλείται να υπερασπιστεί αθόρυβα κάτι που θεωρεί ολοένα πιο εύθραυστο: την ταυτότητα, τη σεμνότητα, το ήθος και την αισθητική ενός θεσμού, αξίες που η ίδια θεωρεί αδιαπραγμάτευτες.

Δεν χωρά αμφιβολία ότι αυτή είναι και η σημαντικότερη παρακαταθήκη της· ούτε οι εκθέσεις που οργανώθηκαν, ούτε οι κρίσεις που ξεπεράστηκαν. Και αυτή είναι η απόδειξη ότι ένας πολιτιστικός οργανισμός μπορεί να οικοδομηθεί πάνω στην προσήλωση ανθρώπων που πιστεύουν ότι η προσφορά αξίζει περισσότερο από την αναγνώριση. Και ότι το πολυτιμότερο έργο μιας ζωής μπορεί να είναι η φροντίδα ενός ονείρου που θα συνεχίσει να υπάρχει και μετά από εσένα. Κάπως έτσι, όταν τη ρωτώ τι νιώθει κοιτάζοντας πίσω σε αυτήν τη διαδρομή που ξεκίνησε από το αρχείο του Μουσείου Μπενάκη και έφτασε στη διοίκησή του, η απάντησή της είναι απλή και αποκαλυπτική: «Δεν βαρέθηκα ούτε μία μέρα. Άρα, είμαι πολύ τυχερός άνθρωπος».

Πηγή: lifo.gr

Ακολουθήστε το naxostimes.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Latest Post

Comments are closed.