Μια αυθεντική εμπειρία καλοκαιριού σε μια πλατεία της Χώρας Νάξου, με ρετρό ατμόσφαιρα, σπιτικά πρωινά και κοκτέιλ με ιστορίες
Πέρυσι, ένα βράδυ του Αυγούστου, με τη Χριστίνα, τη Νατάσα και τη Ράνια, βολτάραμε χαλαρά στα σοκάκια της Χώρας.
Ήταν από εκείνες τις βραδιές που δεν έχεις πλάνο, δεν έχεις τραπέζι, δεν έχεις πρόγραμμα, αλλά νιώθεις ότι κάτι καλό θα σε βρει.
Και μας βρήκε.
Μέσα στα φώτα και τις μυρωδιές του νησιού, ακούσαμε μουσική live. Όχι δυνατή, όχι «στημένη». Αληθινή.
Στρίψαμε από ένα στενό και βρεθήκαμε μπροστά σε μια μικρή πλατεία, βγαλμένη από ταινία. Φωτισμένη διακριτικά, γεμάτη τραπεζάκια με κόσμο, μια ενδιαφέρουσα μίξη ντόπιων, Αθηναίων και travellers που «κάτι έμαθαν» από κάπου και που έμοιαζαν να ξέρουν ακριβώς πού βρίσκονται και γιατί.

Η πόρτα ανοιχτή.
Μέσα, ένας χώρος αλλιώτικος. Ρετρό λάμψη στους τοίχους, ταβάνι ζωγραφισμένο σαν όνειρο, φωτιστικά που είχαν ψυχή. Ήταν σαν να ανοίγεις ένα δωμάτιο στο μυαλό σου που δεν ήξερες καν ότι υπάρχει.
Έτσι μπήκαμε στην Mbebeka.
Δεν την ψάξαμε.
Μας βρήκε.
Καθίσαμε τυχαία. Και μείναμε μέχρι αργά.
Δεν ξέρω αν ήταν τα signature κοκτέιλ, ή η μουσική που άλλαζε σαν ραδιοφωνικός σταθμός εποχής ή απλώς το vibe, αλλά… μείναμε.
Και την επόμενη.
Και τη μεθεπόμενη.
Και κάθε βράδυ.

Φέτος; Ήταν ήδη δεδομένο.
Με το που ήρθαμε ξανά στο νησί, η πρώτη φράση ήταν:
«Θα περάσουμε από MBebeka, έτσι;»
Εννοείται!
Κι εκεί τον γνωρίσαμε. Ή μάλλον, τον προσέξαμε για πρώτη φορά.
Ο Μιχάλης.

Μακριά μαλλιά, μπλούζα με στάμπα, δαχτυλίδια που δεν αγοράστηκαν μαζί.
Κάτι ανάμεσα σε χαρακτήρα κόμικ και ταξιδιώτη του κόσμου που αποφάσισε να εγκατασταθεί προσωρινά σε μια πλατεία της Νάξου.
Δεν παίζει ρόλο. Είναι αυτό που κάνει την MBebeka να έχει ψυχή, προσωπικότητα, ταυτότητα.
Έχει άποψη και αυτοπεποίθηση. Δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει, απλώς το κάνει.
Θα σου πει ιστορίες από Ινδίες, από μέρη που δεν έχεις πατήσει αλλά θες να πας,
θα σου σερβίρει κοκτέιλ που δεν υπάρχουν στον κατάλογο και θα πετάξει ατάκες που σε κάνουν να γελάς με την ψυχή σου.
Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε δύο γουλιές και μια ιστορία, μάθαμε πως η οικογένειά του έχει κάποια από θρυλικά μπαρ της Αθήνας.
Αυτά που λέμε: αν ξέρεις, ξέρεις.

Κοιταχτήκαμε και οι τέσσερις.
«Το μικρόβιο είναι κληρονομικό».
Ο Μιχάλης δεν έστησε μαγαζί.
Έφτιαξε ένα μέρος που κουβαλάει καλοκαίρι, σε κάθε του λεπτομέρεια.
Από το πρωί με ομελέτες με φρέσκα αυγά από τον κυρ Μανώλη, μέχρι το βράδυ με Paloma και τυρολουκουμάδες με ντόπια τυριά.
Η Mbebeka είναι all day.
Το πρωί ο ήλιος λούζει την πλατεία και ο καφές έρχεται μαζί με τηγανίτες που μυρίζουν βούτυρο, ζάχαρη και σπίτι.

Το μεσημέρι είναι πιο ήσυχο, με χυμούς, κουβέντες και μουσικές που δεν βρίσκεις σε playlists.
Το βράδυ όμως…
Το βράδυ είναι εκεί που το φως αλλάζει χρώμα και όλα αποκτούν ρυθμό.

Όσο για το όνομα;
Δεν αντέξαμε και τον ρωτήσαμε.
«Ποια ήταν η Mbebeka;»
Και απάντησε όπως έπρεπε:
«Άσε τον καθένα να φτιάξει τη δική του ιστορία».
Κι εμείς, προφανώς, φτιάξαμε τη δική μας.
Το κεράκι τρεμόπαιζε πάνω στο τραπέζι, ένα αεράκι μάς χάιδευε το πρόσωπο, ο Μιχάλης είχε πεταχτεί λίγο μέσα, και με ένα σφηνάκι στο χέρι… αρχίσαμε:
«Η Mbebeka ήταν μια γιαγιά. Αλλά όχι οποιαδήποτε γιαγιά.
Είχε καφενείο στη Νάξο, και όλοι περνούσαν για τις τηγανίτες της και για να ακούσουν τα νέα του κόσμου. Καθόταν στο πατάρι με μπικουτί και ματιές γεμάτες κρίση. Ήξερε ποιος αγαπούσε ποιον. Ποιος χώρισε. Ποιος λέει ψέματα.
Και κάπως έτσι, από γενιά σε γενιά, το πνεύμα της ήρθε και φώλιασε σε αυτή την πλατεία».
Και γελάσαμε.
Το Mbebeka, είναι σαν τη γιαγιά στο νησί που ανυπομονείς όλο τον χειμώνα να ξαναδείς.
Όχι γιατί θα σου μαγειρέψει,
αλλά γιατί εκεί, όλα είναι λίγο πιο αληθινά, λίγο πιο ανέμελα!
Και αν τη βρεις, σου υπόσχομαι ότι δεν θα την ξεχάσεις!
MBEBEKA
Ναξος, Πλατεία Φουφόπουλου
Instagram
Χρύσα Σταύρου
Ακολουθήστε το naxostimes.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

























