Ιστορίες, γεύσεις, κοκτέιλ και παρέες σε ένα καφενείο που κρατά ζωντανό το πνεύμα του Χαλκίου από το 1902 μέχρι σήμερα
Είχα ρεπό. Όλοι οι άλλοι δούλευαν κι εγώ σκεφτόμουν τι να κάνω με μια ολόκληρη μέρα μόνο για μένα. Χωρίς πολλή σκέψη πήρα το δρόμο για το Χαλκί και το αγαπημένο μου Καφενείον 1902.

Περπατώντας στα στενά, με τα πέτρινα σπίτια με τα κεραμίδια και τα λουλούδια που στολίζουν τα μπαλκόνια, έφτασα μπροστά στο παλιό κτίριο. Από το 1902 στέκει εκεί, άλλοτε παντοπωλείο, σήμερα καφενείο. Μέσα, σώζονται ακόμα τα ξύλινα ράφια και το πιθάρι της εποχής, σημάδια μιας ιστορίας που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.


Κάθισα σ’ ένα τραπεζάκι έξω και παρήγγειλα καφέ. Μαζί δοκίμασα καγιανά με τα φρέσκα αυγά του Μιχάλη. Κι ενώ απολάμβανα την πρώτη μπουκιά, άκουγα τα τζιτζίκια να τραγουδάνε έξω και από μέσα να παίζει τζαζ. Εκείνη η μίξη είχε κάτι το χαλαρωτικό και με έκανε να σκεφτώ, «Οκ, το ρεπό μου άξιζε μόνο και μόνο γι’ αυτό».

Εκεί που κοιτούσα τον κατάλογο αναρωτιόμουν τι να πάρω μετά. Τότε βγήκε ο Στέλιος από την κουζίνα και με ρώτησε χαμογελώντας, «Έχεις δοκιμάσει την κρέπα μας με γραβιέρα και λουκάνικο Νάξου»; Είπα όχι. «Τότε άφησέ με να σου τη φτιάξω», μου είπε. Και όντως, όταν ήρθε στο τραπέζι, κατάλαβα γιατί την πρότεινε με τόση σιγουριά. Ήταν χορταστική, νόστιμη και με έπεισε ότι μάλλον η μέρα μου θα συνεχιζόταν εκεί.

Καθώς την απολάμβανα, η ώρα περνούσε και άρχισαν να μαζεύονται παρέες. Στο ένα τραπέζι συζητούσαν τα νέα του χωριού, στο άλλο μιλούσαν για μια κρυφή παραλία που μόνο οι ντόπιοι ξέρουν. Δεν χρειάστηκε πολύ για να πιάσουμε όλοι κουβέντα. Από το «ήρθα μόνη μου για καφέ» βρέθηκα να γελάω και να μιλάω σαν να ήμασταν γνωστοί από καιρό.


Όταν ο Γιάννης άρχισε να ετοιμάζει κοκτέιλ, δεν άργησα να βρεθώ στη μπάρα. Μου πρότεινε το Jack Sparrow, ρούμι, ανανάς, passion fruit, λάιμ, κανέλα και φράουλα. Το δοκίμασα και με την πρώτη γουλιά κατάλαβα γιατί το ζητάνε όλοι.

Αμέσως μετά ήπια κι ένα κοκτέιλ με κίτρο. Άλλη εμπειρία, πιο παραδοσιακή, αλλά εξίσου ξεχωριστή. Είναι από αυτά που δεν γίνεται να φύγεις χωρίς να τα δοκιμάσεις.
Όσο περνούσε η ώρα, άλλαζε και η μουσική. Από ελληνική σε ξένη ροκ. Και πιο αργά, όταν έπαιξε Καρράς, άκουσα κάποιον δίπλα μου να λέει, «κι ο Βασίλης ροκ είναι». Δεν είχε άδικο.
Είχε πάει ήδη 2 όταν βρέθηκα να χορεύω με μια παρέα νεαρών από τη Χιλή. Μου συστήθηκαν, Αλέξανδρος, Φίλιππος και Αχιλλέας. Γέλασα και τους είπα, «Καλά, με τέτοια ονόματα από Χιλή;» Τότε μου εξήγησαν πως ο προπάππους τους ήταν Έλληνας. Μιλούσαμε στα αγγλικά, αλλά μου έκανε εντύπωση πόσα ελληνικά τραγούδια ήξεραν. Και αυτό ήταν το highlight της βραδιάς.
Δεν ήθελα να τελειώσει, μα κάπως έτσι, με αυτή τη διάθεση, πήρα τον δρόμο της επιστροφής, με την υπόσχεση στον εαυτό μου ότι σύντομα θα ξαναβρεθώ εκεί. Είχα δουλειά το πρωί…
Καφενείον 1902
Χαλκί, Νάξος

Ακολουθήστε το naxostimes.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

























