Η Ναξιώτισσα Βασιλική Ανεβλαβή και η Δήμητρα Κουρτίδου μιλούν για την αρχαιομετρία, τη φυσική υλικών και τη συμβολή της επιστήμης στη μελέτη των αρχαιοτήτων
Δύο διακεκριμένες Ελληνίδες επιστήμονες που δραστηριοποιούνται στη Βιέννη, η Δρ. Αρχαιομετρίας Βασιλική Ανεβλαβή και η Δρ. Φυσικής Υλικών Δήμητρα Κουρτίδου, παρουσιάζουν το έργο τους και εξηγούν πώς σύγχρονες επιστημονικές μέθοδοι συμβάλλουν στην αποκάλυψη πολύτιμων πληροφοριών για την πολιτιστική κληρονομιά και τα αρχαιολογικά ευρήματα.
Πώς μπορεί η σύγχρονη επιστήμη να ξεκλειδώσει τα μυστικά που κρύβει ένα αρχαίο μάρμαρο ή ένα χιλίων ετών κεραμικό αγγείο;
Το Hephaestus Wien επισκέφθηκε το Αρχαιολογικό Εργαστήριο του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών (ÖAI) στη Βιέννη. Εκεί, η συνεργάτιδά μας Αλεξάνδρα Πιστοφίδου συνομίλησε με δύο διακεκριμένες Ελληνίδες επιστήμονες, τη Δρ. Βασιλική Ανεβλαβή (Δρ. Αρχαιομετρίας) και τη Δρ. Δήμητρα Κουρτίδου (Δρ. Φυσικής Υλικών). Στη συναρπαστική συνέντευξη που ακολουθεί, μας εξηγούν πώς η τεχνολογία αιχμής, οι ακτίνες Χ και τα ισότοπα γίνονται το απόλυτο “παράθυρο” στο παρελθόν.
Αλεξάνδρα Πιστοφίδου*
Δρ Βασιλική Ανεβλαβή
https://www.vasilikianevlavi.com/
Ονομάζομαι Βασιλική Ανεβλαβή, κατάγομαι από τις Μέλανες Νάξου και είμαι Δρ Αρχαιομετρίας με ειδίκευση στη μελέτη της προέλευσης του αρχαίου μαρμάρου. Ολοκλήρωσα τις προπτυχιακές και μεταπτυχιακές μου σπουδές στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου στην Καλαμάτα, ενώ στη συνέχεια εκπόνησα το διδακτορικό μου στο Πανεπιστήμιο του Σάλτσμπουργκ. Η πρώτη μου επαφή με την Αυστρία έγινε μέσω του προγράμματος Erasmus στο Λεόμπεν, ως μεταπτυχιακή φοιτήτρια. Τα τελευταία χρόνια συνεργάζομαι με το Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών στη Βιέννη, όπου συμμετέχω σε ερευνητικά προγράμματα που αφορούν την αρχαιομετρική διερεύνηση και την προέλευση του αρχαίου μαρμάρου σε μνημεία και έργα τέχνης της αρχαιότητας.
- Τι είναι η αρχαιομετρία και πώς συνδέεται με την καθημερινή εργασία ενός αρχαιολόγου;
Η αρχαιομετρία είναι ο επιστημονικός κλάδος που συνδυάζει τις φυσικές επιστήμες με την αρχαιολογία, με στόχο να κατανοήσουμε καλύτερα τα υλικά, την προέλευση, την τεχνολογία και τη διακίνηση των αρχαίων αντικειμένων. Μέσα από αναλύσεις όπως η χημική σύσταση, τα ισότοπα ή η μικροσκοπική μελέτη υλικών, μπορούμε να «διαβάσουμε» την ιστορία που κρύβεται μέσα σε ένα μάρμαρο, ένα κεραμικό ή ένα μέταλλο, απαντώντας σε βασικά ερωτήματα όπως το πού, το πώς, το γιατί και το πότε κατασκευάστηκε ή χρησιμοποιήθηκε. Για έναν αρχαιολόγο, η αρχαιομετρία αποτελεί πλέον καθημερινό εργαλείο, καθώς βοηθά να απαντηθούν ερωτήματα που δεν μπορούν να λυθούν μόνο με την ανασκαφή ή την παρατήρηση. Παράλληλα, συνδέεται και με τη σύγχρονη ζωή, αφού αξιοποιεί τεχνολογίες και μεθόδους αιχμής, δείχνοντας πώς η επιστήμη μπορεί να φέρει το παρελθόν πιο κοντά στο σήμερα.
- Πώς επηρεάζει η χρήση επιστημονικών αναλυτικών μεθόδων τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζεται και ερμηνεύεται ένα αρχαιολογικό εύρημα;
Η χρήση επιστημονικών αναλυτικών μεθόδων έχει αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουμε και ερμηνεύουμε ένα αρχαιολογικό εύρημα, καθώς δεν εξετάζουμε πλέον μόνο τη μορφή του, αλλά και το ίδιο το υλικό από το οποίο κατασκευάστηκε. Για παράδειγμα, στα κεραμικά, η μελέτη της τεχνολογίας κατασκευής μπορεί να δείξει την αντοχή του υλικού, τη θερμοκρασία ψησίματος ή ακόμη και τη χρήση του αγγείου μέσα από το σχήμα και την επεξεργασία του. Παράλληλα, η ανάλυση της σύστασης του πηλού επιτρέπει να εντοπιστούν τα εργαστήρια παραγωγής και τα δίκτυα διακίνησης των κεραμικών. Αντίστοιχα, στα μέταλλα, στα γυάλινα αντικείμενα ή στα μάρμαρα, οι επιστημονικές αναλύσεις αποκαλύπτουν πληροφορίες για την προέλευση των πρώτων υλών, την τεχνογνωσία και τις εμπορικές επαφές των αρχαίων κοινωνιών, δίνοντας έτσι μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα του παρελθόντος.

- Μπορείτε να μας περιγράψετε ένα παράδειγμα όπου η αρχαιομετρία βοήθησε να κατανοήσετε καλύτερα ένα εύρημα;
Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μελέτη της πολυχρωμίας στα αρχαία γλυπτά και αρχιτεκτονικά μέλη. Για πολλά χρόνια επικρατούσε η αντίληψη ότι τα αρχαία αγάλματα ήταν λευκά, κυρίως επειδή τα χρώματα είχαν χαθεί με το πέρασμα του χρόνου. Χάρη όμως στις αρχαιομετρικές αναλύσεις, όπως η μικροσκοπία και οι φασματοσκοπικές μέθοδοι, εντοπίστηκαν ίχνη χρωστικών ουσιών που δεν είναι ορατά με γυμνό μάτι. Έτσι, μπορέσαμε να κατανοήσουμε ότι τα γλυπτά ήταν έντονα χρωματισμένα και να ανασυνθέσουμε καλύτερα την αρχική τους μορφή και αισθητική. Η αρχαιομετρία, επομένως, δεν μας δίνει μόνο τεχνικές πληροφορίες για ένα αντικείμενο, αλλά αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο φανταζόμαστε και αντιλαμβανόμαστε τον αρχαίο κόσμο.
- Με ποιον τρόπο η ανάλυση της σύστασης των υλικών συμβάλλει στον προσδιορισμό της προέλευσης των ευρημάτων και στη χαρτογράφηση των εμπορικών δικτύων;
Η ανάλυση της σύστασης των υλικών συμβάλλει καθοριστικά στον προσδιορισμό της προέλευσης ενός ευρήματος, καθώς κάθε πρώτη ύλη «κρύβει» μια μοναδική γεωχημική και ισοτοπική υπογραφή. Στην περίπτωση του μαρμάρου, μέσω αρχαιομετρικών μεθόδων όπως η ανάλυση σταθερών ισοτόπων άνθρακα και οξυγόνου, η πετρογραφία και οι γεωχημικές αναλύσεις, μπορούμε να συγκρίνουμε ένα αρχαίο αντικείμενο με γνωστά αρχαία λατομεία και να εντοπίσουμε την πηγή προέλευσής του. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το άγαλμα της Isis Noreia από το ρωμαϊκό Virunum στην Καρινθία της Αυστρίας, το οποίο αποδείχθηκε ότι είναι κατασκευασμένο από μάρμαρο προερχόμενο από το Βαθύ της Θάσου. Το εύρημα αυτό δείχνει ότι το θασιακό μάρμαρο διακινούνταν σε μεγάλες αποστάσεις μέσα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, αποκαλύπτοντας τα εμπορικά δίκτυα, τις οικονομικές επαφές και τη σημασία συγκεκριμένων λατομείων στην αρχαιότητα.

- Πώς διαχειρίζεστε περιπτώσεις όπου τα αρχαιομετρικά δεδομένα οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από τις παραδοσιακές αρχαιολογικές ερμηνείες;
Όταν τα αρχαιομετρικά δεδομένα οδηγούν σε διαφορετικά συμπεράσματα από τις παραδοσιακές αρχαιολογικές ερμηνείες, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η μία προσέγγιση αναιρεί την άλλη· αντίθετα, ανοίγει έναν δημιουργικό διάλογο ανάμεσα στις διαφορετικές ειδικότητες. Η αρχαιομετρία προσφέρει νέα δεδομένα μέσα από την ανάλυση των ίδιων των υλικών και συχνά βοηθά να επανεξεταστούν ζητήματα όπως η χρονολόγηση, η προέλευση ή ακόμη και η αυθεντικότητα ενός αντικειμένου. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε μουσεία και συλλογές, όπου αναλύσεις σε κεραμικά, μάρμαρα, θρησκευτικές εικόνες ή πίνακες ζωγραφικής μπορούν να αποκαλύψουν αν ένα έργο είναι πράγματι αρχαίο, αυθεντικό ή μεταγενέστερη απομίμηση. Στόχος δεν είναι να «ανατραπεί» η αρχαιολογία ή η ιστορία, αλλά να συνδυαστούν όλα τα διαθέσιμα στοιχεία ώστε να προκύψει μια πιο ολοκληρωμένη και τεκμηριωμένη ερμηνεία. Παράλληλα, αυτή η διαδικασία δημιουργεί έναν ανοιχτό διάλογο όχι μόνο μεταξύ των επιστημόνων, αλλά και με το κοινό, ενισχύοντας την κατανόηση και την αξία της πολιτιστικής κληρονομιάς.

Δρ Δήμητρα Κουρτίδου
https://www.oeaw.ac.at/oeai/institut/team/person/dimitra-kourtidou
Ονομάζομαι Δήμητρα Κουρτίδου και κατάγομαι από το Τυχερό Έβρου. Σπούδασα Φυσική στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου στη συνέχεια ολοκλήρωσα και το μεταπτυχιακό πρόγραμμα στη Φυσική και Τεχνολογία Υλικών, καθώς και το διδακτορικό μου στον τομέα της Φυσικής Στερεάς Κατάστασης. Σήμερα εργάζομαι ως τεχνικός εργαστηρίου στο Archaeological Sciences Lab του Αυστριακού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου της Αυστριακής Ακαδημίας Επιστημών στη Βιέννη, όπου ασχολούμαι με την εφαρμογή φυσικών και χημικών αναλυτικών μεθόδων για τη μελέτη αρχαιολογικών και ιστορικών υλικών.
- Ποιος είναι ο ρόλος της Φυσικής στην αρχαιολογία και τι ακριβώς μελετάτε σε ένα αρχαιολογικό εύρημα;
Η Φυσική, και ιδιαίτερα ο τομέας της Φυσικής των Υλικών, μπορεί να συμβάλει σημαντικά στη μελέτη και κατανόηση των αρχαιολογικών ευρημάτων. Μέσα από την αναγνώριση και τον χαρακτηρισμό των υλικών από τα οποία είναι κατασκευασμένα τα αντικείμενα του παρελθόντος, μπορούμε να αντλήσουμε πολύτιμες πληροφορίες για τις τεχνολογικές δυνατότητες μιας εποχής, τις εμπορικές σχέσεις μεταξύ διαφορετικών περιοχών και πολιτισμών, αλλά και για τις καθημερινές συνήθειες και πρακτικές των ανθρώπων. Στην πράξη, αυτό που μελετάμε σε ένα αρχαιολογικό εύρημα είναι η σύστασή του, η δομή του και τα ίχνη που μπορεί να διατηρεί από τη χρήση ή την κατασκευή του. Για να το πετύχουμε αυτό, χρησιμοποιούμε αναλυτικές τεχνικές που βασίζονται σε φυσικά φαινόμενα, δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο η ύλη αλληλεπιδρά με το φως, την ακτινοβολία ή ακόμη και με φορτισμένα σωματίδια, όπως ηλεκτρόνια και ιόντα. Η κατανόηση αυτών των αλληλεπιδράσεων μάς βοηθά να επιλέξουμε την κατάλληλη μέθοδο για κάθε περίπτωση και συχνά να συνδυάσουμε διαφορετικές τεχνικές, ώστε να αποκτήσουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για την ιστορία και τη ζωή πίσω από ένα αντικείμενο που έχει φτάσει μέχρι εμάς από το παρελθόν.
- Ποιες είναι μερικές βασικές τεχνικές που χρησιμοποιείτε και τι πληροφορίες σάς δίνουν;
Χρησιμοποιούμε ένα ευρύ φάσμα αναλυτικών τεχνικών, ανάλογα με το είδος του ευρήματος και τα ερωτήματα που θέλουμε να απαντήσουμε. Για παράδειγμα, τεχνικές φασματοσκοπίας μάς βοηθούν να αναγνωρίσουμε τη χημική σύσταση και τις ενώσεις που περιέχει ένα υλικό, ενώ η φασματομετρία μάζας μπορεί να δώσει πολύ λεπτομερείς πληροφορίες για οργανικές ουσίες, όπως κατάλοιπα τροφών, ρητίνες, λίπη ή άλλες φυσικές ουσίες που διατηρούνται σε ένα αντικείμενο. Παράλληλα, τεχνικές ανάλυσης ιόντων, τεχνικές πλάσματος και ισοτοπικές αναλύσεις μάς επιτρέπουν να μελετήσουμε τη στοιχειακή και ισοτοπική σύσταση των υλικών. Επιπλέον, οι τεχνικές ακτίνων Χ χρησιμοποιούνται ευρέως για να κατανοήσουμε τόσο τη χημική σύσταση όσο και την εσωτερική δομή ενός αντικειμένου, συχνά χωρίς να χρειάζεται να το καταστρέψουμε ή να πάρουμε μεγάλο δείγμα. Στην πράξη, κάθε τεχνική προσφέρει διαφορετικού τύπου πληροφορίες και λειτουργεί σαν ένα διαφορετικό κομμάτι ενός παζλ. Οι μέθοδοι αυτές αλληλοσυμπληρώνονται και, συνδυάζοντάς τες, μπορούμε να προσεγγίσουμε ένα εύρημα πιο ολοκληρωμένα και να κατανοήσουμε καλύτερα την ιστορία που κρύβει.
- Μπορείτε να μας παρουσιάσετε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα στο οποίο μια φυσική αναλυτική μέθοδος αποκάλυψε πληροφορίες που δεν θα μπορούσαν να εντοπιστούν με τις παραδοσιακές αρχαιολογικές προσεγγίσεις;
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η μελέτη οργανικών καταλοίπων σε αρχαιολογικά αντικείμενα, γνωστή και ως organic residue analysis. Σε πολλές περιπτώσεις, κεραμικά αγγεία ή άλλα αντικείμενα μπορεί να μη διατηρούν ορατά ίχνη του περιεχομένου ή της χρήσης τους. Ωστόσο, μικροσκοπικές ποσότητες οργανικών ουσιών μπορούν να παραμείνουν απορροφημένες στο εσωτερικό τους για χιλιάδες χρόνια. Για τη μελέτη αυτών των καταλοίπων χρησιμοποιούμε συχνά τεχνικές όπως η αέρια χρωματογραφία–φασματομετρία μάζας (GC-MS), οι οποίες μας επιτρέπουν να ανιχνεύσουμε και να ταυτοποιήσουμε μόρια που δεν είναι ορατά με γυμνό μάτι. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η ανάλυση λιπιδίων, δηλαδή ουσιών όπως λίπη, έλαια, κεριά ή άλλα οργανικά κατάλοιπα, επειδή συχνά διατηρούνται καλύτερα μέσα στον χρόνο σε σχέση με άλλες οργανικές ενώσεις. Μέσα από τέτοιες αναλύσεις, οι αρχαιολόγοι μπορούν να αποκτήσουν πληροφορίες για το τι περιείχαν ή πώς χρησιμοποιούνταν τα αγγεία, π.χ. αν σχετίζονταν με την επεξεργασία τροφών, την αποθήκευση ζωικών ή φυτικών προϊόντων ή άλλες καθημερινές δραστηριότητες. Πρόκειται για πληροφορίες που συχνά δεν μπορούν να προκύψουν μόνο από τη μορφή ή την τυπολογία ενός αντικειμένου.

- Ποιες είναι οι κύριες προκλήσεις που αντιμετωπίζετε κατά την ανάλυση αρχαιολογικών υλικών, ιδίως όταν είναι απαραίτητη η εφαρμογή (μη) καταστρεπτικών μεθόδων;
Η ανάλυση αρχαιολογικών υλικών συνοδεύεται από αρκετές προκλήσεις, κυρίως επειδή πρόκειται για μοναδικά και συχνά πολύ εύθραυστα αντικείμενα που δεν μπορούν εύκολα να αντικατασταθούν ή να δειγματιστούν εκ νέου. Έτσι, η επιλογή της κατάλληλης μεθόδου αποτελεί πάντα μια ισορροπία ανάμεσα στην απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερων πληροφοριών και στη διατήρηση του ίδιου του ευρήματος. Στις καταστρεπτικές ή μικροκαταστρεπτικές τεχνικές, βασική πρόκληση είναι να συλλεχθεί το μικρότερο δυνατό δείγμα ή να προκληθεί η ελάχιστη δυνατή αλλοίωση, χωρίς όμως να χαθεί η ποιότητα και η αξιοπιστία των αποτελεσμάτων. Συχνά εργαζόμαστε με ελάχιστα χιλιοστόγραμμα υλικού, κάτι που απαιτεί πολύ προσεκτικό σχεδιασμό και επιλογή της κατάλληλης μεθοδολογίας.
Από την άλλη πλευρά, οι μη καταστρεπτικές τεχνικές επιτρέπουν την ανάλυση χωρίς δειγματοληψία ή με ελάχιστη επέμβαση, όμως έχουν τις δικές τους δυσκολίες. Ένα βασικό πρόβλημα είναι ότι τα αρχαιολογικά αντικείμενα έχουν εκτεθεί για αιώνες ή και χιλιετίες στο περιβάλλον, με αποτέλεσμα επιφανειακές αλλοιώσεις, προσμίξεις ή σύγχρονες επιμολύνσεις να μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τα αποτελέσματα. Επιπλέον, μια από τις σημαντικότερες προκλήσεις είναι η προετοιμασία του δείγματος. Είναι γνωστό ότι η σωστή προετοιμασία είναι το ήμισυ της ανάλυσης, γιατί ο τρόπος δειγματοληψίας, καθαρισμού και προετοιμασίας επηρεάζει καθοριστικά την ποιότητα και την αξιοπιστία των δεδομένων που θα προκύψουν. Εν τέλει, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να βρεθεί η σωστή ισορροπία: να πάρουμε τη μέγιστη δυνατή πληροφορία από ένα αντικείμενο, παρεμβαίνοντας όσο το δυνατόν λιγότερο σε αυτό.

- Ποιο στάδιο της αρχαιομετρικής διαδικασίας παρουσιάζει τις μεγαλύτερες επιστημονικές προκλήσεις και γιατί;
Αν και κάθε στάδιο της αρχαιομετρικής διαδικασίας έχει τις δικές του δυσκολίες, μία από τις μεγαλύτερες επιστημονικές προκλήσεις αφορά τη μελέτη βιοαρχαιολογικών και οργανικών υλικών (ανθρώπινα ή ζωικά οστά, κατάλοιπα φυτών, κ.ά.). Ο λόγος είναι ότι αυτά τα υλικά μεταβάλλονται συνεχώς μετά την ταφή ή την απόθεσή τους στο περιβάλλον, επηρεαζόμενα από παράγοντες όπως η θερμοκρασία, η υγρασία, το pH του εδάφους, οι μικροοργανισμοί και γενικότερα οι συνθήκες διατήρησης. Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στα οστά και γενικότερα στα βιοαρχαιολογικά υλικά, όπου συχνά το βιολογικό υλικό που έχει απομείνει είναι περιορισμένο ή έχει υποστεί σημαντική αλλοίωση. Για παράδειγμα, μόρια όπως πρωτεΐνες, λιπίδια ή γενετικό υλικό μπορεί να έχουν αποδομηθεί μερικώς ή να διατηρούνται μόνο σε πολύ μικρές ποσότητες, γεγονός που δυσκολεύει τόσο την ανίχνευση όσο και την ερμηνεία τους. Αυτές οι διεργασίες αποδόμησης σημαίνουν ότι συχνά δεν μελετάμε το υλικό στην αρχική του μορφή, αλλά αυτό που έχει απομείνει μετά από εκατοντάδες ή και χιλιάδες χρόνια χημικών και φυσικών μεταβολών. Επιπλέον, η διάκριση ανάμεσα σε αρχαία σήματα και μεταγενέστερες αλλοιώσεις ή επιμολύνσεις αποτελεί συχνά σημαντική πρόκληση. Για αυτόν τον λόγο, η σωστή δειγματοληψία, η προσεκτική προετοιμασία και ο συνδυασμός διαφορετικών αναλυτικών τεχνικών είναι καθοριστικοί παράγοντες για την αξιοπιστία των αποτελεσμάτων. Με άλλα λόγια, πολλές φορές η μεγαλύτερη πρόκληση δεν είναι μόνο να μετρήσουμε κάτι, αλλά να κατανοήσουμε πόσο έχει αλλάξει μέσα στον χρόνο και τι από αυτό που παρατηρούμε ανήκει πραγματικά στο παρελθόν.
*Ιστορικός Παλαιογράφος, Πρόεδρος της Αυστριακής Επιτροπής για την Επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα.
Πηγή: hephaestuswien.com
Ακολουθήστε το naxostimes.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις


























