Έρευνα ΕΜΠ και Πανεπιστημίου Τουλούζης για Νάξο και Μάνη με θέμα το αποτύπωμα των πισίνων στη λειψυδρία και το εάν η σπατάλη νερού είναι πραγματικότητα ή ψευδαίσθηση
Η νέα μελέτη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Τουλούζης αποτελεί την πρώτη ολοκληρωμένη επιστημονική ανάλυση για τη χρήση νερού από πισίνες σε περιοχές της Ελλάδας που αντιμετωπίζουν λειψυδρία. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο Διεθνές επιστημονικό περιοδικό Water. Οι ερευνητές του Τμήματος Υδατικών Πόρων και Περιβαλλοντικής Μηχανικής του ΕΜΠ σε συνεργασία με το INP Ensiacet του Πανεπιστημίου της Τουλούζης μελέτησαν δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις: τη Δυτική Μάνη και τη Νάξο. Οι δύο αυτές περιοχές αντιπροσωπεύουν διαφορετικούς τύπους τουριστικής ανάπτυξης αλλά μοιράζονται κοινό πρόβλημα: τη συνεχή πίεση στους υδατικούς πόρους λόγω της αυξημένης ζήτησης το καλοκαίρι. Η έρευνα επιχειρεί να απαντήσει σε ένα ερώτημα που προκαλεί έντονες συζητήσεις: πόσο πραγματικά συμβάλλουν οι πισίνες στη λειψυδρία και αν δικαιολογείται η αρνητική εικόνα που τις συνοδεύει.
Η Ελλάδα, με το μεσογειακό της κλίμα και την έντονη εποχικότητα της τουριστικής κίνησης, βιώνει όλο και συχνότερα περιόδους ξηρασίας. Η Νάξος και η Δυτική Μάνη παρουσιάζουν έντονη ζήτηση νερού τους θερινούς μήνες, όταν ο πληθυσμός πολλαπλασιάζεται λόγω τουρισμού. Οι πισίνες, είτε ιδιωτικές είτε ξενοδοχειακές, απαιτούν σημαντικές ποσότητες νερού για γέμισμα, καθαρισμό και εξάτμιση, ωστόσο η μελέτη δείχνει ότι αυτές οι ποσότητες αντιστοιχούν μόλις σε ένα μικρό ποσοστό της συνολικής κατανάλωσης.
Στη Νάξο, η ετήσια κατανάλωση νερού από τις πισίνες υπολογίστηκε από 98.000 έως 124.000 κυβικά μέτρα. Αντίστοιχα, στη Δυτική Μάνη κυμαίνεται από 39.000 έως 51.000 κυβικά μέτρα. Με απλά λόγια, οι πισίνες της Νάξου καταναλώνουν νερό ίσο με αυτό που χρειάζονται περίπου 1.500 έως 6.800 κάτοικοι ετησίως, ενώ στη Μάνη η ποσότητα αντιστοιχεί στις ανάγκες 600 έως 2.700 ανθρώπων. Πρόκειται για μετρήσιμες αλλά όχι καθοριστικές ποσότητες, ιδιαίτερα αν συγκριθούν με την κατανάλωση της γεωργίας.
Οι πισίνες αποτελούν σύμβολα πολυτέλειας, ειδικά σε τουριστικά καταλύματα, όμως η μελέτη αποκαλύπτει ότι ο υδρολογικός τους αντίκτυπος είναι πολύ μικρότερος απ’ όσο συνήθως πιστεύεται.
Στην πραγματικότητα, η συνολική κατανάλωση νερού από πισίνες είναι ελάχιστη σε σχέση με τη γεωργία και τη χρήση των νοικοκυριών.
Η γεωργία παραμένει ο μεγαλύτερος «παίκτης» στη χρήση νερού. Στην περίπτωση της Νάξου, μόνο η καλλιέργεια πατάτας απαιτεί 3.000 έως 4.500 κυβικά μέτρα νερού ανά εκτάριο κάθε χρόνο. Η ποσότητα του νερού που χρησιμοποιείται για τις πισίνες του νησιού θα μπορούσε να ποτίσει 27 έως 40 εκτάρια πατάτας, δηλαδή να στηρίξει την παραγωγή 400 έως 800 τόνων. Το στοιχείο αυτό δείχνει τον άμεσο ανταγωνισμό μεταξύ τουρισμού και αγροτικής παραγωγής, δύο τομέων ζωτικών για την ελληνική οικονομία.
Η μελέτη όμως δεν περιορίζεται μόνο στους αριθμούς. Οι ερευνητές τονίζουν πως η έντονη ορατότητα των πισίνων δημιουργεί μια ψευδαίσθηση σπατάλης. Ενώ η οικιακή κατανάλωση νερού ή η άρδευση των αγρών είναι διάχυτη και δύσκολα αντιληπτή, οι πισίνες είναι εμφανείς, συγκεντρωμένες και συχνά συνδεδεμένες με την εικόνα της υπερβολής. Αυτή η οπτική διάσταση επηρεάζει τη δημόσια γνώμη και τις πολιτικές αποφάσεις, ενίοτε οδηγώντας σε μέτρα που δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό μέγεθος του προβλήματος.
Η ομάδα του ΕΜΠ και της Τουλούζης ενσωμάτωσε και την ενεργειακή διάσταση στο πλαίσιο του λεγόμενου «τριπτύχου νερό–ενέργεια–τροφή». Η άντληση, η μεταφορά και ειδικά η αφαλάτωση του νερού που χρησιμοποιείται στις πισίνες απαιτεί σημαντική ενέργεια, αυξάνοντας έτσι το συνολικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Στη Νάξο, για παράδειγμα, η ενέργεια που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση νερού των πισινών κυμαίνεται μεταξύ 384 και 846 MWh ετησίως — ενέργεια που αντιστοιχεί στην κατανάλωση εκατοντάδων νοικοκυριών.
Στο πλαίσιο των προτάσεων, η μελέτη υπογραμμίζει τη σημασία των τεχνολογικών λύσεων. Η συλλογή βρόχινου νερού, η ανακύκλωση και η επαναχρησιμοποίηση νερού καθαρισμού μπορούν να μειώσουν δραστικά τις ανάγκες για φρέσκο νερό. Σύμφωνα με τα στοιχεία των ερευνητών, οι επιφάνειες συλλογής που απαιτούνται είναι 10 έως 24 φορές μεγαλύτερες από αυτές των πισινών, γεγονός που καθιστά εφικτή την αυτονομία των ξενοδοχείων και των ιδιωτικών κατοικιών με σωστό σχεδιασμό.
Παράλληλα, οι επιστήμονες τονίζουν ότι η χρήση νερού από πισίνες δεν μπορεί να εξετάζεται αποκομμένα, αλλά ενταγμένη σε ένα ευρύτερο πλαίσιο βιώσιμης διαχείρισης πόρων. Η σχέση του τουρισμού με το περιβάλλον πρέπει να επαναπροσδιοριστεί με βάση ρεαλιστικά δεδομένα και όχι εντυπώσεις. Η ανάπτυξη υποδομών που θα επιτρέπουν εξοικονόμηση και ανακύκλωση νερού μπορεί να αποτελέσει εργαλείο ισορροπίας μεταξύ οικονομικής ανάπτυξης και περιβαλλοντικής ευθύνης.
Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι σαφές: οι πισίνες, αν και ορατές και συχνά στο επίκεντρο της κριτικής, έχουν περιορισμένη επίδραση στη συνολική λειψυδρία της Ελλάδας. Οι πραγματικές προκλήσεις εντοπίζονται στην οικιακή κατανάλωση και κυρίως στη γεωργία. Ωστόσο, η μελέτη υπογραμμίζει ότι οι πισίνες εξακολουθούν να έχουν θέση στη συζήτηση για τη βιώσιμη διαχείριση του νερού, όχι ως πρόβλημα αλλά ως ευκαιρία για καινοτόμες λύσεις και εξορθολογισμό. Οι ερευνητές του ΕΜΠ και της Τουλούζης καταλήγουν ότι με τη σωστή πολιτική καθοδήγηση και επενδύσεις σε βιώσιμες τεχνολογίες, ο τουρισμός πολυτελείας μπορεί να συνυπάρξει αρμονικά με την περιβαλλοντική προστασία, χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τους πολύτιμους υδάτινους πόρους της χώρας.
Σύνδεσμος για την επιστημονική δημοσίευση https://www.mdpi.com/2073-4441/17/20/2934
Αναφορά: Σαργέντης Γ.-Φοίβος, Έμμα Παλαμαρτσούκ και Θεανώ Ηλιοπούλου. 2025. “Πισίνες σε περιοχές με λειψυδρία: Ένα πραγματικό ή υπερβολικό πρόβλημα νερού; Μελέτες περίπτωσης από τη Νότια Ελλάδα”
Water 17, αρ. 20: 2934. https://doi.org/10.3390/w17202934
Ακολουθήστε το naxostimes.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

























