του Βασίλη Φραγκουλόπουλου
Με αφορμή το αυριανό μνημόσυνο, που θα γίνει στον Απόλλωνα, των 40 ημερών από την απέλευση του Νικηφόρου Αλιμπέρτη, δημοσιεύω τον ακόλουθο λόγο που είχα ετοιμάσει, αλλά δεν εκφώνησα λόγω της αναχώρησής μου για την Αθήνα, όπου προέπεμψα τον θανόντα εκείνες τις αποφράδες ημέρες μακαριστό πατέρα μου.
«28 Φεβρουαρίου 1943. Χτες βράδυ μια είδηση ακατανόητη μας ήρθε. Μια είδηση ασύλληπτη. Ο Γέρο- Παλαμάς πέθανε. Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός…»
(Ιωάννα Τσάτσου, Φύλλα Κατοχής, Αθήνα: Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1966, σελ. 78-79).
«Είχαμε ξεχάσει πως ήταν θνητός…». Αυτό πιστεύουμε ή νομίζουμε ότι συμβαίνει και για κάθε δικό μας άνθρωπο. Μπορεί ο Νικηφόρος, που προπέμπουμε μέσα στις μεθυστικές ευωδιές των ασπαρθιών του ναξιώτικου Μάη, να συνδέεται σε πρώτη ανάγνωση με παλιές, παραδοσιακές ποιητικές σχολές και ρεύματα, με την απλή, ρομαντική και γεμάτη εικόνες και αναμνήσεις λαϊκή ποίηση, αλλά δεν μπορούσες εύκολα να τον ταξινομήσεις ως προσωπικότητα. Δεν έμπαινε σε νόρμες, σε περιορισμούς, σε πνευματικά δεσμά, σε δογματικές περιχαρακώσεις, σε στατικά θεωρητικά λογοτεχνικά σχήματα.
Ασφαλώς δεν ακολούθησε τις ποιητικές τάσεις της εποχής του και των κατοπινών γενεών. Ακολούθησε την παλιά θεματολογία, την παλιά φόρμα και τους μετρικούς κανόνες, με ελάχιστες αποκλίσεις, μεταβολίζοντας ποιητικά τα βιώματά του στην Κωμιακή από την Κατοχή και μετά. Αντλούσε την έμπνευσή του από σκηνές της καθημερινής κοινωνικής πραγματικότητας.
Ο ποιητικός λόγος του είναι πηγαίος, λυρικός, ρομαντικός, αισθαντικός, αυθεντικός, οικείος, γνήσιος, λιτός, αφτιασίδωτος, περιγραφικός και νοσταλγικός, αλλά και κάποιες φορές, με εμφανή κοινωνική κριτική που αρδεύει εμφανώς τα αυλάκια των στίχων του.
Ο Νικηφόρος ήταν καρδιακός φίλος μιας ολόκληρης ζωής. Βυθίζομαι στα βαθιά νερά της μνήμης και της σκέψης. Των προσωπικών και συλλογικών ανησυχιών. Των συναντήσεων στον Σύλλογο Κορωνίδας και μετά στα κουτούκια των αντάρτικων, του ρεμπέτικου, του κεφιού και της νικηφόρας ουτοπίας της Μεταπολίτευσης. «Σαν μαγεμένο το μυαλό μου φτερουγίζει». Τότε που συνεπαρμένοι από τη νεανική ορμή και βουλησιαρχία, επιδιώκαμε «εδώ και τώρα» το ιδεατό, που το θεωρούσαμε άμεσα εφικτό, και όχι το απρόοπτο της Κικής Δημουλά: «Ένα απρόοπτο περιμένουμε. Και περιμένουμε, προπάντων, αυτό το περίφημο “αύριο”. Δεν θέλουμε να γίνουμε παρελθόν…».
Θυμάμαι το εφημεριδάκι, όπως τόσο ταπεινά, αλλά πατρικά και στοργικά, ονομάζαμε τότε την εφημερίδα Κορωνίδα. Έξυπνος χωρατατζής ο Νικηφόρος, με παιγνιώδες βλέμμα και πνεύμα, ήταν στην ομάδα των συγγραφέων των ευθυμογραφημάτων, υπό τον τίτλο «ετσά ιαδέ που λές», μια παρεξηγημένη στήλη γλωσσικής ανάδειξης της ντοπιολαλιάς μας. Η γραφή του ξεχώριζε, ως προς τη γνησιότητα απόδοσης του τοπικού λόγου.
Δεν είχε κάνει σπουδές, ο Νικηφόρος, πέρα από τις εγκύκλιες.
Παιδί της Κατοχής. Τα εγκύκλια γράμματα τότε ήταν δύσκολα, σχεδόν απαγορευτικά. Περιορίζονταν στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση σε χωριά σαν το δικό μας. Οι δυσκολίες της ζωής, ειδικά για πολυμελείς οικογένειες, όπως η δική του, που αριθμούσε εννιά παιδιά, τα οδηγούσαν στο χωράφι και το κοπάδι και αργότερα, στα γιαπιά, κυρίως της Αθήνας.
Εκεί πήγε και ο Νικηφόρος και διακρίθηκε επαγγελματικά με την ποιότητα της δουλειάς του, την εντιμότητα και ευσυνειδησία του.
-Πέθανε ο μάστοράς μου, μου είπε στο τηλέφωνο ο λαμπρός φιλόλογος Δημήτρης Κορρές (τση Γληορομαρίας), που ζει στην Κέρκυρα. Και μου διηγήθηκε περιστατικά της ζωής τους, όταν ήταν φοιτητής και δούλευε ως βοηθός του Νικηφόρου για να καλύψει κάποια έξοδά του.
Παράλληλα με την οικοδομή σαν εργασία και μέσο βιοπορισμού, ο Νικηφόρος ασχολήθηκε με την οικοδομή του στίχου και με την πνευματική του οικοδομή και καλλιέργεια.
Ανήκε στη γενιά του 114 και ατσαλώθηκε στους εργατικούς και κοινωνικούς αγώνες της εποχής. Το μαράζι, όμως, της μη συνέχισης των σπουδών του παρέμεινε κρυμμένο βαθιά στα σώψυχά του και αναδύθηκε στο ποίημά του «Παιδικές Αναμνήσεις»:
«…Κάποτε εξεσκόλισα, θυμάμαι αυτήν την ώρα,
να πήγαινα είχα χαρά Γυμνάσιο στη Χώρα…»
Τον διέκρινε από νωρίς η δίψα της μάθησης, η διεισδυτική ματιά της κοινωνικής παρατήρησης και κριτικής, η αποστήθιση τόπων και ανθρώπων, ηθών και εθίμων, πολιτισμικών και κοινωνικών πρακτικών, συνηθειών και συμπεριφορών. Απεικόνιζε αυθεντικά, πρόσωπα, σκηνές, ατμόσφαιρες μιας άλλης εποχής. Νοσταλγός της, αλλά και ιδαλγός ενός άλλου κόσμου, αν και τον αποθάρρυναν πότε-πότε τα λόγια του χατζηδακικού Κεμάλ.
Τον δεσμό με τον τόπο διατήρησε σε όλη του τη ζωή. Και στη ξενιτιά και με την επιστροφή του στην πάτρια γη. Η ιδιαίτερη πατρίδα ήταν ο τροφοδότης λογαριασμός, η ανεβάλλουσα πηγή της ζωής και της έμπνευσής του. Η αληθινή πατρίδα είναι, όπως έχει ειπωθεί, η παιδική ηλικία, τα τροχάδια και τα παιχνίδια στη γειτονιά των Ροδινών, οι πίκρες της Κατοχής και της φτώχειας.
Ο Νικηφόρος ήταν ο «κοινωνικός ληξίαρχος» και χρονικογράφος της Κωμιακής, όπως την έζησε και της ευρύτερης περιοχής. Ανεξάντλητος σε ενθυμήσεις και περιγραφές που μετέδιδε μάλιστα με έναν γλυκύτατο, χαρισματικό και παραστατικό τρόπο.
Ήταν θελκτικός και κατά την όψη και κατά τη ψυχή, Με το τριανταφυλλένιο χαμόγελο και το αστείρευτο καλαμπούρι. Ωραίος ως Έλληνας, θα έγραφε ο Εγγονόπουλος. Προικισμένος με χαρίσματα, με ψυχικά τάλαντα.
Υπηρετούσε ένα είδος ποίησης που λαογραφούσε, σχεδόν πάντα ομοιοκατάληκτα, και ζωγράφιζε με πιστότητα τον χώρο και τους ανθρώπους του, αλλά, αν την ξεφλούδιζες προσεκτικά, θα έβλεπες τις ψυχικές εικόνες, τη στρωματογραφία μιας λεπτής ευαισθησίας, το άσβεστο βίωμα, την αγάπη, τη νοσταλγία, τον καημό και τη χαρά του τόπου.
Ο Νικηφόρος διάβαζε αδιάλειπτα. Και όχι μόνο ποίηση. Σου μετέδιδε από στήθους αποσπάσματα από κλασικά λογοτεχνικά κείμενα, από την αρχαιοελληνική γραμματεία, από ποιήματα ελληνικά και ξένα. Ήταν μια αστείρευτη πηγή, ένας συζητητής που σου έδινε ό,τι είχε, αλλά γύρευε κιόλας να πάρει, να βελτιωθεί, να μάθει, να αντιλέξει.
Ακόμα και τις βαρετές και αδιέξοδες, θεωρητικές πολιτικές κουβέντες διάνθιζε με διήγηση περιστατικών από την Κωμιακή και τη Νάξο που είχαν καταγράψει η παιδική και εφηβική του ματιά και μνήμη ή έφθαναν στην ακοή του από τρίτους και αποθήκευε τα δεδομένα στη μεγάλης χωρητικότητας μνήμη του.
Τον Νικηφόρο ανθολόγησε επαινετικά ο αξέχαστος φιλόλογος και ιστορικός Στέφανος Εμμ. Ψαρράς στην Ανθολογία Ναξίων ποιητών (Graphopress 2008, σ. 309-313), που εξέδωσε, και τον βιογράφησε με αδρό τρόπο η φιλόλογος Μαρία Γεωργ. Βιτζηλαίου στο Δ΄ Πανελλήνιο Συνέδριο Η Νάξος διά μέσου των αιώνων, που έγινε στην Κωμιακή το 2008 (Πρακτικά, 2013, επιμ. Προμπονάς-Ψαρράς, σ. 965-970). Ο καθ. Ι. Κ. Προμπονάς τον κατατάσσει στους ασπούδαχτους λόγιους του νησιού. Ο Ψαρράς γράφει ότι ο Νικηφόρος «πέρα από την έκφραση της κοινωνικής του συνείδησης, προβάλλει ευαισθησίες με ένα γνήσιο και παλλόμενο λυρισμό».
Το πρώτο ποίημα που δημοσίευσε ήταν στην εφημ. Κορωνίδα (φύλλο 2, Μάιος 1972, σ. 1). Τίτλος: «Το σπίτι μου στο χωριό». Ήταν η πρώτη ποιητική δοκιμή και δημόσια έκθεσή του. Είχε προηγηθεί η κατ’ ιδίαν φιλική απαγγελία, που δειλά-δειλά αναζητούσε κριτική. Και ακολούθησε δημοσίευση ποιήματος στο βιβλίο τού Συλλόγου Κορωνίδας Επιστροφή στις ρίζες (επιμ. Νίκος Ιω. Λεβογιάννης).
Το 1992 εξέδωσε την ποιητική συλλογή Ανταύγειες, που είχα τη χαρά να προλογίσω, μαζί με τους Αποστόλη Σαχά και Φρατζέσκο Φατούρο. Ανταύγειες! Αντανακλάσεις του φωτός, που εξέπεμπε εκτυφλωτικά το πρόσωπο, η σκέψη και η ψυχή του.
«…Είν’ το χωριό μου που απ’ αυτό βγήκα
κι όπου κι αν διάβηκα κι αν μπήκα
είμαι κοντά του.
Είν’ η μεγάλη μου φαμίλια
για να το πω πλένω τα χείλια
το όνομά του…».
Επιζητούσα την επικοινωνία μαζί του, τηλεφωνική τον περισσότερο καιρό, από τότε που επέστρεψε στον Απόλλωνα και συνέχισε το επάγγελμά του, ενώ απολάμβανε τη συντροφιά των ανθρώπων και τη μυστική και μαγική συνομιλία με τη φύση, που ήξερε λεπτομερώς τα χούγια της. Ανήσυχο πάντα πνεύμα σαν τη θάλασσα των βορινών μας περιοχών.
Αν έβλεπες τα έργα των χειρών του στα αγροτόσπιτά του, στου Ροπιάτη πρώτα και μετά στην Αγιά και στση Μόνους θα διαμόρφωνες εικόνα για την προσωπικότητα και τον χαρακτήρα του. Νοικοκύρης, με υψηλή αισθητική αντίληψη, λάτρης της ομορφιάς, όπου και αν κατοικούσε αυτή.
Ο Νικηφόρος διακρινόταν, εκτός από το ποιητικό ταλέντο, και από την αγάπη για τον τόπο και τους ανθρώπους του. Αφουγκραζόταν την ανάσα της κωμιακίτικης γης. Ασκούσε τη μνήμη και την κρίση του, με τη φιλομάθεια, την παρατηρητικότητα και τις διαρκείς αναζητήσεις και συζητήσεις του.
Συζητήσεις που απολάμβανες, αν είχες την τύχη να τον έχεις φίλο ή απλό συνομιλητή σου. Δεν βαριόσουν ποτέ. Η ποικιλία των θεμάτων, ο τρόπος αφήγησης, το χιούμορ, η ζωντάνια, οι νοητικοί συνδυασμοί και παραλληλισμοί, το νυμάτισμα της σκέψης διάνθιζαν κάθε συνομιλία.
Διαπίστωνες τον σεβασμό, αλλά και την κριτική παραδοσιακών αντιλήψεων, την περιγραφή ανθρώπινων συμπεριφορών και συνηθειών, την ειδική προτίμηση στο δημοτικό τραγούδι όλης της Ελλάδας. Τραγούδι της ζωής και των κύκλων της, της γης και του ιδρώτα της, των ανθρώπων και των βασάνων τους.
Ήταν πηγή πληροφοριών για όσους ασχολούνται ερευνητικά με την Κωμιακή και ειδικά με τον λαϊκό πολιτισμό της. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτόν, μεταξύ άλλων, παρέμπεμπαν ή κετέφευγαν ερευνητές για κάποιο θέμα ή για διασταύρωση μιας ερευνητικής πληροφορίας.
Βοήθησε μελετητές του χωριού με τη γνώση και τις ιδέες του. Τελευταία συνεισφορά του η τηλεφωνική υπαγόρευση των κωμιακίτικων παρατσουκλιών στη φιλόλογο Μυρτώ Κατσιγίνη, εργασία που προορίζεται για τον Δ΄ τόμο για την Κωμιακή που ετοιμάζεται.
Ο Νικηφόρος ήταν προ πάντων ποιητής. Κατέθεσε, όμως, νωρίς την ποιητική του ταυτότητα, παρά την παρότρυνση φίλων του να συνεχίσει, γιατί η έμπνευση δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Από το 1992 δεν έπαψε να γράφει. Αραίωσε, όμως, σιγά-σιγά τη συγγραφή, ώσπου διέκοψε τις δημοσιεύσεις.
Είναι πολλοί που παραιτούνται ξαφνικά, για ανεξήγητους εν πολλοίς λόγους, από μια πνευματική ενασχόληση. Ο Νικηφόρος έλεγε, σε σχετικές συζητήσεις, ότι δεν είχε κάτι νέο να πει. Ήταν μάλλον απογοητευμένος από τη γενικότερη κατάσταση. Ίσως είχε απογοητευτεί και από το άχθος του χρόνου, που τον απασχολούσε έντονα, παρόλο που ήταν φιλοσοφημένος και διαρκώς προβληματισμένος για την ανθρώπινη μοίρα και συνθήκη. Δεν είχε εξαντληθεί, όμως, το ποιητικό φρέαρ του. Δεν έπαψε, έστω λιγότερο, να διαβάζει, να εμπνέεται και να γράφει. Δεν δημοσίευε, αλλά στα συρτάρια του δεν είμαι σίγουρος, αν κρύβονται ολοκληρωμένα ή ανολοκλήρωτα ποήματα.
Θα μας λείψει η φυσική του παρουσία. Τον αγκαλιάζει η απολλωνιάτικη γη της σιωπής, που έχει σκεπάσει πολλά συγγενικά και αγαπητά μου πρόσωπα. Πού θα πάει, όμως, θα βρει τρόπο να συνομιλήσει και με αυτήν. Άλλωστε ο θεός Απόλλωνας ήταν θεός της μουσικής, του φωτός, της ποίησης, της αρμονίας, των τεχνών.
Θα λείψει κυρίως από την οικογένειά του, τη γυναίκα του Μαρία που τον φρόντιζε τόσο αφοσιωμένα, τα παιδιά του Γιώργο, Ντίνο και Μάνο, τα εγγόνια του, τα αδέλφια και τους συγγενείς του, τους φίλους του.
Δεν θα πάψω να τον θυμάμαι, έτσι ωραίο και γελαστό, καλοπάρεο, γλυκοκούβεντο. Με τη φυσική ευγένεια που ανέδιδε κάθε πόρος του ατομικού και κοινωνικού του εαυτού.
Θα μου συγχωρήσει να κορφολογώ πότε-πότε κάποιους βλαστούς από τους στίχους του ή να μεθώ από το άρωμα του μικρού ποιητικού του περιβολιού. Εξάλλου, πάντα ήταν γενναιόδωρος. Πάντα με φίλευε με τους καρπούς της σκέψης του, μαζί με τους καρπούς τού νοικοκυρεμένου κήπου και των κτημάτων του. «Δώσε μου δυόσμο να μυρίσω, λουΐζα και βασιλικό…», όπως γράφει ο αγαπημένος του Ελύτης.
Θα τον κρατώ ζωντανό στη μνήμη και στη σκέψη μου. Άλλωστε είναι εδώ, ποικιλοτρόπως. «Εν χώρα ζώντων».
Ακολουθήστε το naxostimes.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
































































