Ταμένος στην Αργοκοιλιώτισσα – Η μαγευτική πορεία στους Άγιους Τόπους των παιδικών μας ονείρων

Αργοκοιλιώτισσα, Νάξος
Newsroom
24/04/2020 1:48
  •  
  •  
  •  

 

Ένα ταξίδι στην Αργοκοιλιώτισσα που κανείς δεν ξεχνά όσα χρόνια κι αν περάσουν… Το ταξίδι της παρηγοριάς, το ταξίδι σαν παραμύθι στα αθώα μάτια των παιδιών, το ταξίδι που σε γεμίζει δύναμη να συνεχίσεις τη ζωή σου, σου δίνει ελπίδα και μαγευτικές εικόνες που θα σε συντροφεύουν για πάντα.

Το πανηγύρι της Αργοκοιλιώτισσας αποτελεί το μεγαλύτερο Πανναξιακό πανηγύρι από τα τέλη του 19ου αιώνα.

Ας ταξιδέψουμε λοιπόν, με τη σκέψη μας αυτή τη χρονιά, αφού λόγω της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί με την πανδημία φέτος δεν μπορούμε να εκπληρώσουμε το τάμα μας στην θαυματουργή Παναγία Αργοκοιλιώτισσα.

*Του Νίκου Λεβογιάννη, (Φιλόλογος, π. Βουλευτής)

Κείνα τα χρόνια μετά την κατοχή, η ζωή στα χωριά μας της ορεινής Νάξου ήταν δύσκολη. Πολλές οι ελλείψεις, κακές οι συνθήκες διαβίωσης, μεγάλη φτώχεια.

Τα παιδιά της γενιάς μας και όχι μόνο, υπέφεραν απ’ όλα αυτά. Μα πιο πολύ απ’ όλα μας βασάνιζαν οι διάφορες επιδημίες, αποτέλεσμα των κακών συνθηκών διαβίωσης, δυσεντερίες, τύφος, παράτυφος, συχνές δηλητηριάσεις. Κι ήταν βαριάς μορφής αυτές οι αρρώστιες και πολλά παιδιά πέθαιναν. Τα εμβόλια ήρθαν πολύ αργότερα.

Οι μανάδες μας, ανήμπορες, ζούσαν με την αγωνία:

-Θα πέσει ο πυρετός πού ‘χει το παιδί;
-Βάλε του βρεγμένα πανιά στο μέτωπο.
-Φώναξε την κερά Γαρυφαλιά, τη μαμή-νοσοκόμα του χωριού, να το δει.
-Παναγία μου Θεοσκέπαστη, Κιουρά Αγιά μου, Παναγία μου Αργοκοιλιώτισσα, βοήθησέ το κι εγώ θα στο φέρνω κάθε χρόνο στη Χάρη σου.

Καταφυγή σωτηρίας…

Αργοκοιλιώτισσα, Νάξος

Η καταφυγή στην Παναγία ήταν για τις μανάδες μας καταφυγή σωτηρίας. Δεν ξέρω αν υπάρχει παιδί της εποχής εκείνης στα χωριά μας, που να μην το είχε τάξει η μάνα του σε μια ή και στις τρεις θαυματουργές Παναγιές της Ορεινής Νάξου, στη Θεοσκέπαστη, στην Κιουρά Αγιά και στην Αργοκοιλιώτισσα.
Ταμένος κι εγώ απ’ τη μάνα μου και στις τρεις Παναγιές μας, κάθε χρόνο, παναϋριώτης πήγαινα στη χάρη τους.

Στην Αργοκοιλιώτισσα, όπως και στην Κιουρά Αγιά, πηγαίναμε με τα πόδια, ώρες ατέλειωτες η διαδρομή, διασχίζαμε βουνά και λαγκάδια, κατεβαίναμε χαράδρες, περνούσαμε ρεματιές.

Η Αργοκοιλιώτισσα είναι πολύ μακριά, τέσσερις ώρες δρόμος. Έπρεπε να ξεκινήσουμε απ’ το χωριό νύχτα, πριν ξημερώσει, για να προφτάσουμε τη λειτουργία. Ξεκινούσαν πολλές παρέες μαζί, οι πιο πολλοί ταμένοι. Γυναίκες ξυπόλητες, μαυροφορεμένες, με τα άσπρα κεφαλομάντηλα στο κεφάλι, γιαγιάδες, μανάδες, θείες, κορίτσια κι’ αγόρια μικρά και μεγάλα με τα ντουραδάκια μας περασμένα στην πλάτη, πού’ χαν μέσα ψωμί, αυγά κόκκινα απ’ τη Λαμπρή, τυρί κι’ ό,τι άλλο είχε περισσέψει απ΄ το Πάσχα, γιατί το πανηγύρι της Αργοκοιλιώτισσας είναι τη Νια Παρασκευή.

Ένα ταξίδι στους Αγίους Τόπους…

Αργοκοιλιώτισσα, Νάξος

Αυτή η μακρινή, μαγευτική πορεία των ταμένων γυναικών και παιδιών, ήταν για μας τα παιδιά γεγονός μοναδικό, πρωτόγνωρο, ξεχωριστό, ήταν ένα ταξίδι στους Άγιους Τόπους έτσι όπως ακούγαμε να μας τους περιγράφουν οι μανάδες μας, έτσι όπως τους βλέπαμε στη φαντασία μας, στα όνειρά μας τα βράδια, αναμένοντας τη μέρα που θα ζούσαμε το όνειρο.

Η πορεία πάνω στα βουνά, που συχνά είναι σκεπασμένα με πυκνή ομίχλη και τις ράχες του άγριου βουνού του «Κόρωνος» δεν είναι και εύκολη. Έπρεπε ν’ ανεβούμε στο Μαυρομάρι, να κατεβούμε την πλαγιά προς το Σταυρό Κεραμωτής, να βγούμε στην Πόρτα πάνω από την Κόρωνο στο φαλακρό κι’ απότομο ασμυριγλοβούνι της Αμμόμαξης και να πάρουμε πια τον δρόμο του Αργοκοιλιού, εικόνες βαθιά χαραγμένες στη μνήμη.

Τα βουνά της Κωμιακής είναι θαμνώδη και πράσινα, γεμάτα φρύγανα και αστοιβές, που γδέρνουν τα γυμνά πόδια εμάς των παιδιών, αφού ακόμη φοράμε τα κοντά ντρίλινα παντελόνια. Κι’ απάνω στις γρατζουνιές από τα φρύγανα…κολλάει και ο ενοχλητικός χυμός απ’ τα φύλλα της αξαργιάς, του αντιπαθητικού θάμνου, που κάνει το δέρμα των ποδιών να τεντώνεται και να τραβιέται προκαλώντας ένα ενοχλητικό αίσθημα.

Η διαδρομή

Αργοκοιλιώτισσα, Νάξος

Νύχτα ακόμη, πριν ξημερώσει ξεκινούσαμε παρέες-παρέες, διασχίζαμε τη ρεματιά στα Παραύλακα, ανεβαίναμε στον Άγιο Κωνσταντίνο, μετά στο Λεύτερο, στην Τρανταφυλλιά, στου Τσουλάκη, φθάναμε στη ράχη της Ανεμοχορεύτρας με τις ιστορίες για νεράιδες, που, αλίμονό σου αν σε πιάνανε στο χορό. Μια διαδρομή με πλατάνια, ασφονταμιές, πρινιές, ασπαρθιές έτοιμες να ανθίσουν, λουλουδιασμένοι αγκαθεροί θάμνοι, τα δάκρυα της Παναγίας που απλώνονται πάνω τους, χωράφια κατάφυτα με πολύχρωμα αγριολούλουδα σαν απέραντα πολύχρωμα χαλιά, άλλα κατακόκκινα απ’ τις παπαρούνες, άλλα κίτρινα κι’ άσπρα απ΄ τις μαργαρίτες και τα χαμομήλια, η αναγεννημένη ανοιξιάτικη φύση στο πρωινό της ξύπνημα.

Ήχοι από κουδούνια κοπαδιών, βελάσματα αρνιών, σφυρίγματα βοσκών, το κελάρυσμα των νερών στις ρεματιές, το κελάηδημα των πουλιών, το βούισμα των μελισσών, που ψάχνουν τους ανθούς πάνω στους θάμνους, το πρωινό απαλό αεράκι, που σφυρίζει, μια ατέλειωτη συναυλία της φύσης, που υποδέχεται την αυγή έτοιμη να ροδίσει εκεί στον κατακόκκινο ήδη ορίζοντα πέρα μακριά στο βάθος της Ανατολής, στην άκρη της θάλασσας. Το Μαυρομάρι, η είναι ένα πανέμορφο χωματοβούνι και το ανέβασμα πάνω στη ράχη του σε φέρνει μπροστά σ’ ένα άλλο θέαμα, άγριο και συνάμα συναρπαστικό. Οι κορφές της «Κόρωνος» άγριες, γυμνές, βαθιές κι’ απότομες χαράδρες ως κάτω στην Κεραμωτή στα νότια και δυτικά, ως τον Λυώνα και τη Μουτσούνα στ’ ανατολικά.

Με το πρώτο φως της ανατολής

Οι μανάδες μας ήδη μας δείχνουν κάτω μακριά τα βουνά του Αργοκοιλιού, θαμπά όπως φαίνονται στο πρώτο φως της ανατολής.

Η θάλασσα, έτσι όπως δείχνει ν’ απλώνεται στο βάθος ανατολικά πέρα απ’ τις απότομες ακτές των βουνών μπροστά στα πόδια μας, δείχνει στα παιδικά μάτια μας σα να στέκεται όρθια κι απορούμε πώς γίνεται και στέκονται όρθια τα νερά της.

Στον κατακόκκινο ορίζοντα ξεχωρίζουμε τις ράχες των νησιών με τα περίεργα σχήματα, την Ικαρία, τη Ντενούσα ανατολικά, την Αμοργό, την Κέρο, τα Κουφονήσια νοτιότερα και τις βραχονησίδες Μάκαρες, σαν μαυροφορεμένες γυναίκες, που περπατούν σκυφτές με τα γόνατα και σέρνονται εκεί μπροστά στα πόδια της Αργοκοιλιώτισσας, πηγαίνοντας να προσκυνήσουν κι’ αυτές στη Χάρη της.

Το σμίξιμο με πιστούς από όλη τη Νάξο

Αργοκοιλιώτισσα, Νάξος

Κατεβαίνοντας το Μαυρομάρι βγαίνουμε στη δημοσιά κάπου εκεί ανάμεσα στον Σταυρό Κεραμωτής και την Πόρτα, όπου συναντάμε πολύ κόσμο απ’ τα χωριά της Τραγαίας και του Λιβαδιού, μεγάλες παρέες, με τα γαϊδουράκια και τα μουλάρια, μια πορεία εκατοντάδων ανθρώπων προς τ’ Αργοκοίλι.

Η πορεία τώρα είναι όλο κατηφόρα, σ’ ένα τοπίο γυμνό και άγριο, που μας φοβίζει. Είναι κι’ εκείνος ο Εναέριος με τους κουβάδες του κρεμασμένους και γεμάτους σμυρίγλια, είναι κι’ οι στοές των ορυχείων που χάσκουν στα γύρω βουνά και στις άκρες του δρόμου σαν στόματα ανοιχτά με χείλη κάτασπρα και κεντρίζουν τη φαντασία μας κι όλο ρωτάμε τις μανάδες μας. Κι εκείνες μας λένε ιστορίες για ανθρώπους που χάθηκαν εκεί μέσα στις «φλέες», τις στοές, για θαύματα της Παναγίας, για βρακάδες που πιάστηκαν με τη βράκα τους πάνω στους κουβάδες του εναέριου και πήγαν κρεμασμένοι απ’ τον Κακόργιακα ως τη Μουτσούνα.

Φτάνουμε στο Αργοκοίλι

Αργοκοιλιώτισσα, Νάξος

Ο ήλιος είναι πια ψηλωμένος, όταν φτάνουμε κάτω χαμηλά στην άκρη της ράχης και βλέπουμε στα πόδια μας το Αργοκοίλι. Η φωτεινή γραμμή απ’ τις ανταύγειες των ακτίνων του ήλιου στη θάλασσα απλώνεται απ’ το βάθος του ορίζοντα ανατολικά και φθάνει ως κάτω στα βράχια κι’ ίσια καταπάνω στην εκκλησιά της Αργοκοιλιώτισσας. Ακακούφιση κι’ έκπληξη γεμίζουν τις ψυχές μας. Τα μάτια μας δεν χορταίνουν στο μαγευτικό πρωτόγνωρο θέαμα, που μας φέρνει στο νου εικόνες της Αγίας Γραφής, έτσι όπως μας τις ζωντανεύουν με τις αφηγήσεις τους οι γονείς μας, οι γιαγιάδες μας και οι παππούδες μας.

Η μεγάλη εκκλησιά, τα κελιά, το λαμπερό και άγριο τοπίο, τα ξερονήσια στα πόδια της Αργοκοιλιώτισσας, κι’ ο κόσμος- μιλιούνια- σκορπισμένος στις πλαγιές, στις αυλές, της Αργοκοιλιώτισσας, κατάμεστη κι’ η εκκλησία και η Αγία Εύρεση.

Είναι η ώρα να σταματήσουμε λίγο, να ξαποστάσουμε, να ετοιμαστούμε για να μπούμε στη σειρά να προσκυνήσουμε στην Αγία Εύρεση και μετά να μπούμε στην εκκλησία, για να προσκυνήσουμε την Εικόνα της Αργοκοιλιώτισσας, που τόσα έχουμε ακούσει γι’ Αυτήν, όνειρα, οράματα, ανασκαφές, θαύματα, η περιπετειώδης ιστορία της, που χάνεται βαθιά πίσω στον χρόνο. Εκεί θα ανάψω και τη λαμπάδα μου, φτιαγμένη από τον πατέρα μου με καθάριο κερί από τις μέλισσές μας.

Πνιγμένη στα τάματα και τα λουλούδια η εικόνα της Αργοκοιλιώτισσας

Αργοκοιλιώτισσα, Νάξος

Κατεβαίνουμε στην πλαγιά, περνάμε μπροστά απ’ τα κελιά, πού’ ναι γεμάτα κόσμο. Ιδού πιο κάτω και το άπατο το πηγάδι, ο φάραγγας απ’ όπου κατά καιρούς βγαίνει αγίασμα. Εκεί μέσα, μας λένε, έχουν πνιγεί άνθρωποι.

Θα μπούμε ύστερα στην Αγία Εύρεση, μια σκοτεινή σπηλιά με πολλά σκαλοπάτια σκαμένα στον βράχο και εκατοντάδες κεριά αναμμένα στα σημεία που βρήκαν την εικόνα.

Πορευόμαστε τώρα στη Μεγάλη εκκλησιά, για να προσκυνήσουμε την Εικόνα της. Πολύς ο κόσμος, συνωστισμός, μπαίνουμε μέσα, ακούγοντας τις πασχαλιάτικες ψαλμωδίες, πολλοί παπάδες, καλόγεροι, καλόγριες, αρχιμανδρίτες, ο Δεσπότης. Γύρω γυναίκες μαυροφορεμένες, γονατιστές, ξυπόλητες, παιδιά, πάσχοντες άνθρωποι, όλοι να προσκυνήσουν και να προσευχηθούν, αναμένοντας τη Χάρη της να τους ακουμπήσει. Η ανθρώπινη υπόσταση σε όλο της το «μεγαλείο», ταπεινή, αδύναμη, κυριευμένη από το δέος μπροστά στο Θείο, ικετεύουσα με πίστη και την ελπίδα.

Αργοκοιλιώτισσα, Νάξος

Πνιγμένη στα τάματα και τα λουλούδια η εικόνα της Αργοκοιλιώτισσας. Χιλιάδες οι αναμμένες λαμπάδες γύρω. Η παιδική μας ψυχή νιώθει πως βρίσκεται σ’ ένα τόπο, όπου το θείο και το ανθρώπινο περπατούν αντάμα.

Η λειτουργία σε λίγο θα τελειώσει, θ’ ακολουθήσει η λιτανεία γύρω απ’ την εκκλησία και την Αγία Εύρεση και με το κήρυγμα και τις ευχές του Δεσπότη, οι προσκυνητές θα σκορπίσουν στις γύρω πλαγιές, για να φάνε και να ξεκουραστούν λίγο, πριν πάρουν πάλι το δρόμο της επιστροφής. Πανηγύρι όπως τα άλλα στα ξωκλήσια και τα χωριά δεν γίνεται στο Αργοκοίλι, βιολιά δεν παίζουν εκεί, υπαίθρια καφενεία δεν στήνονται, μόνο μικροπωλητές πωλούν στους πάγκους τους μικρές εικονίτσες, παιδικά παιχνίδια, γλειφιτζούρια και καραμέλες για τα παιδιά. Δεν βάζουνε, λέει, βιολιά εκεί, γιατί κάποτε έγινε ένας σκοτωμός κι’ από τότε τα σταμάτησαν, δεν τα θέλει, είπαν, η Παναγία.

Αργοκοιλιώτισσα, Νάξος

Το ταξίδι της επιστροφής

Το ταξίδι της επιστροφής αρχίζει, χωρίς την αγωνία πια του άγνωστου που πηγαίναμε την αυγή. Μας γεμίζει η χαρά και η ικανοποίηση που κάναμε το τάμα μας στην Παναγία Αργοκοιλιώτισσα. Έχουμε πάρει αγίασμα, ευλογιά και αντίδωρο, για να τα πάμε στο χωριό στους δικούς μας, πήραμε και λίγες καραμέλες για τα μικρότερα αδέλφια μου.

Η επιστροφή στο χωριό γίνεται από άλλη διαδρομή, μακρύτερη, αλλά πιο ομαλή. Θα ακολουθήσουμε πλέον τη δημοσιά, θα περάσουμε πάνω απ’ την Κόρωνο, μέσα απ’ το Σκαδό, για να βγούμε στο Ανέφαμα, όπου θ’ αντικρίσουμε το χωριό και θα πάρουμε την κατηφόρα του μονοπατιού προς τον Άη Νικόλα στον Τρούλο κι’ από κει στη ρεματιά του Εμελάρου, του Δεσκάκη, για να βγούμε στα Κέντρια στους πρόποδες του χωριού. Πόσες φορές αλήθεια δεν έχουμε ανάψει με τη μάνα μου το καντήλι του Άη Νικόλα με τις εξαίσιες βυζαντινές καπνισμένες τοιχογραφίες του, με εκείνα τα τεράστια αμυγδαλωτά μάτια των Αγίων του.

Θα ξαποστάσουμε λίγο στη μικρή αυλή του αγναντεύοντας τις γύρω πλαγιές, τον Άγιο Κωνσταντίνο με την Παναγία τη Βλακιώτισσα αριστερά, τον Άη Γρηγόρη στον πίσω λόφο πάνω στην κορυφή και διπλα το μικρό εκκλησάκι του Άη Λια, τον Άη Γιώργη στο βάθος, τον Άη Γιάννη κάτω στον Απόλλωνα, την Αγία Παρασκευή κάτω χαμηλά στη Μέση, τη Θεοσκέπαστη με το μεγάλο ρολόι και το καμπαναριό της, απέναντι στο κέντρο του χωριού.

Στιγμές μοναδικές

Αργοκοιλιώτισσα, Νάξος

Μου τα δείχνει όλα η μάνα μου… Το σπίτι μας στο χωριό, το αμπέλι μας στη Λιβάδα, τις μηλιές μας στην Κατσάγρα, το νερόμυλο του πάππου μου στου Εμελάρου, το Σταυρό στον Τρυπητό, το Μονοδέντρι πάνω από τα βουνά του χωριού που από εκεί, πάνε στη Χώρα «κι’ από κει θα πας κι εσύ στο γυμνάσιο», μου λέει η μάνα μου. Ήρθε όμως η ώρα να συνεχίσουμε το δρόμο μας, αφού προσκυνήσαμε κι’ ανάψαμε το καντήλι του Αγίου μας.

Χαρούμενοι γυρίζουμε, δεν είναι μικρό πράγμα που πήγαμε τόσο μακριά, μια όμορφη και κουραστική συνάμα πορεία που με κάνει να νιώθω πως μεγάλωσα, αφού έχω να λέω στ’ αδέλφια μου τόσα πράγματα που είδα κι’ έμαθα.

Με ευχές μας υποδέχονται στο χωριό -«βοήθειά σας, και του χρόνου, να σας έχει καλά η Αργοκοιλιώτισσα, να πηγαίνετε κάθε χρόνο στη Χάρη της».

Έτσι η μάνα μου πραγματοποίησε για πρώτη φορά το τάμα της για μένα στην Αργοκοιλιώτισσα, που μ’ έκανε καλά, όταν είχα αρρωστήσει βαριά και κινδύνεψα, όπως έχει να λέει, να πεθάνω κι’ από τότε με πήγαινε κάθε χρόνο, ώσπου άρχισα να πηγαίνω μόνος μου. Αλλά και μέχρι σήμερα δεν παύει να μου θυμίζει το τάμα της και να μου λέει ότι πρέπει να πηγαίνω.

Κι’ εγώ τις περισσότερες φορές την ακούω.

Αργοκοιλιώτισσα, Νάξος

Αργοκοιλιώτισσα, Νάξος

*(Από το περιοδικό «Αργοκοιλιώτισσα, τχ. 1ο, Οκτώβριος –Δεκέμβριος 1995)

(Visited 1,067 times, 1 visits today)