Αποχαιρετισμός στον Παναγιώτη Λιανή – «Μόνο μια λάμψη ο άνθρωπος κι αν είδες, είδες»

Newsroom
08/07/2021 10:40
 
 
 

 

«Μόνο μια λάμψη ο άνθρωπος κι αν είδες, είδες»

*Αποχαιρετισμός στον Παναγιώτη Λιανή
από τον Βασίλη Φραγκουλόπουλο

Στο δοκίμιο «Ο κήπος με τις αυταπάτες» ο Ελύτης διαζωγραφεί τη λάμψη ανθρώπων, όπως του Παναγιώτη, που όχι μόνο κοίταξαν τον κόσμο με καθαρό βλέμμα, φιλοσοφημένη διάθεση και βαθιά διεπιστημονική γνώση, αλλά προχώρησαν παραπέρα: πρόλαβαν και είδαν και παρατήρησαν. Δίδαξαν ανθρωπιά και κοινωνική αλληλεγγύη. Έτσι η πορεία τους στη ζωή δεν ήταν κίβδηλη και ανούσια. Ήταν διαρκής προσπάθεια προσφοράς με κοινωνική ενσυναίσθηση και ευθύνη. Είχε σαρκώσει τον τρόπο που υπαινίσσεται ο Ελύτης: «Υπάρχει ένας τρόπος να μπαινοβγαίνουμε στα καθημερινά γεγονότα, έτσι που το ρούχο μας να μην πιάνεται απ’ τα κλαδιά που απλώνει γύρω μας το συμφέρον, αυτό το επίμονο βήμα σημειωτόν πάνω στο θυμικό μας, η αφαίρεση ενός μικροτάτου ευτυχισμού που ο άνθρωπος φυλάγει στα πιο ασφαλή θησαυροφυλάκια της ιδιωτικής του ζωής».

Ο Παναγιώτης-που πέθανε τη Δευτέρα 5 Ιουλίου και κηδεύεται στο Β΄ Νεκροταφείο την Παρασκευή 9 Ιουλίου 2021- ήταν εκλεκτός συγχωριανός μου, παιδί πολυμελούς οικογένειας, γέννημα της Κωμιακής πριν από 64 έτη, άριστος μαθητής από τη στοιχειώδη ακόμη εκπαίδευση, φανατικός λάτρης του χωριού, αλλά προπάντων γκαρδιακός φίλος από τα παιδικά μας χρόνια.

Παλαιότερος εγώ, μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά του χωριού (στην Πάνω Ειτονιά), εκεί στις παρυφές των ενδεών δεκαετίών του 1950-1960, που «χαθήκαμε μέσα στους δρόμους που (δεν) μας έδεσαν για πάντα», γιατί οι οικογένειές μας, όπως τόσες και τόσες, πήραν τον αναγκαστικό δρόμο της νομιζόμενης αθηναϊκής Εδέμ.

Τα πατρογονικά μας κτήματα, τα οποία και οι δυο διατηρούμε και συντηρούμε στη μνήμη των κοινών βιωμάτων μας και στη μνήμη των δημιουργών τους, είναι κι εκείνα γειτονικά, στην «εμβληματική» Πλατιά (Πλαθιά) Πέτρα, κοντά στη Χίλια Βρύση και στις Βόρτες (ή Ισώματα ή Εισόδια), στις παρυφές του χωριού, όπου είχε και την αγαπημένη του αγροικία με το αμπέλι και τα φρουτόδενδρά του. Μαζί, σε συνεργασία με τον επίσης κολλιταράνο στην Πλατιά Πέτρα Μιχάλη Βιτζηλαίο (Μποζατομιχάλη) αναζητήσαμε προ ετών τρόπο εύκολης πρόσβασης στα κτήματα αυτά, που ο Παναγιώτης αξιοποίησε και με προσωπική εργασία, στο περιθώριο των επαγγελματικών και οικογενειακών του υποχρεώσεων. Πόσο απολάμβανε αυτή τη συναισθηματική σχέση με την πατρογονική γη και γενικότερα την κωμιακίτικη φύση που τον γέννησε και τον γαλούχησε!

Ο Παναγιώτης δεν ήταν ο κοινός γιατρός (χειρουργός, Διευθυντής στο Ε.Σ.Υ.)-«ιητρὸς γαρ ανὴρ πολλών αντάξιος άλλων» (Ομ. Ιλ. λ, 514)-, με αποκλειστική έγνοια την ευδόκιμη άσκηση του επαγγέλματός του. Τη λέξη, άλλωστε, αυτή τη νοηματοδοτούσε εν τοις πράγμασι ως λειτούργημα, στη διακονία του οποίου προσήλθε με επαρκή επιστημονική εξάρτυση και εξαίρετο ήθος. Τίμησε την ιατρική επιστήμη και δεοντολογία, τον ιπποκρατικό όρκο. Πολύτροπος, πολυσχιδής, σαν τους ιατροφιλόσοφους του 19ου αιώνα. Οξύνους, χωρατατζής, ευρύτερα καλλιεργημένος, με αίσθηση κοινωνικού χρέους και προσφοράς. Είχε πλείστα και ποικίλα εξωϊατρικά ενδιαφέροντα: φιλολογικά, λαογραφικά, ανθρωπολογικά, βυζαντινομουσικά, λογοτεχνικά, δημοσιογραφικά. Έχει συγγράψει αρκετά σκόρπια κείμενα αυτού του προσανατολισμού. Διηύθυνε ένα φεγγάρι την εφημερίδα Κορωνίδα και διοχέτευε την αστείρευτη κοινωνική του δραστηριότητα και επιδραστικότητα στην πρόοδο του εν Αθήναις Συλλόγου και του χωριού. Το τρίπτυχο που προσείλκυε το ενδιαφέρον του, πέραν της ιατρικής, ήταν ο παραδοσιακός πολιτισμός του χωριού και της Νάξου ευρύτερα-η σύζυγός του κατάγεται απ’ τ’ Απεράθου-, η βαθιά θρησκευτικότητα-παπαδάκι στη Θεοσκέπαστη και ψάλτης στο δεξιό αναλόγιο με τον Άρχοντα Πρωτοψάλτη Μπαΐρακταροέργη και στην Αθήνα, κυρίως στην Παναγίτσα στην Κυπριάδου-, με προέκταση στις φιλοσοφικές διαστάσεις των ιερών κειμένων και η αρχαιογνωσία. Είχε επίσης συγγραφικό και λογοτεχνικό ταλέντο και την ικανότητα να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον των συζητητών του, με την ποικιλία της θεματικής, την συνδυαστική, ευρύτατη σκέψη και το μειλίχιο, καλοσυνάτο ύφος. Τον χαρακτήριζε η ιδιαίτερη κωμιακίτικη ιδιοσυγκρασία, την οποία και θεωρητικά μελετούσε.
Με κόμπο στο λαιμό, λοιπόν, θρηνώ και ξεπροβοδίζω τον ακριβό φίλο και συγχωριανό μου με τα ίδια του τα λόγια που έχουν κοινολογηθεί έντυπα και ψηφιακά ή έχουν αποσταλεί κατά καιρούς σε μένα προσωπικά.

Έγραφε για τη σχέση ιατρικής και θρησκείας: «Hinter uns steht nur der Herrgott : ein Chirurg erinnert sich = Sub umbra dei (Πίσω μας στέκει ο Θεός). Τριάντα χρόνια έχω αυτό το θησαυρό και ταχτικά επανέρχομαι στις σελίδες του για να ξαναζήσω μαζί με τον HANS KILLIAN, τον γιατρό- συγγραφέα, εμπειρίες από τη δική μου διαδρομή στην ειδικότητα της Χειρουργικής».

Η συμβολή του στην κωμιακίτικη λαογραφία και κοινωνική ανθρωπολογία αποτυπώθηκε στο έργο «Κωμιακή», που επιμελήθηκε ο Νίκος Ι. Λεβογιάννης (εκεί η μελέτη του για την πατρογονική μελισσοκομία), αλλά και σε διάσπαρτα σπαράγματα γραφής. Αλλού γράφει: «Το απολυτίκιον των Αγίων Αναργύρων -ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΙ- το πρωτακούσαμε από τις γιαγιάδες μας στη διαδικασία του ξεματιάσματος, με το κερί και τα ρόδα του Πιτάφιου, που είχαν πάντα στο οπλοστάσιο τους δια πάσαν νοσον και βασκανίαν, στο εικονοστάσι-θυρίδα του σπιθιού, δίπλα στο χαμομήλι, στο μέλι και το πρωτοράκι για εντριβές». Και αλλού: «Με δυό φωνήεντα, το Α και το Ο, και δυό σύμφωνα, το Ν και το Ξ, στόλισε ο Δημιουργός και ονόμασε την ομορφότερη εποχή του χρόνου και το ωραιότερο νησί του κόσμου….Γενηθήτω η ΝΑΞΟΣ και οφθήτω η ΑΝΟΙΞΙΣ!

Σε δύο βδομάδες θα ακούσουμε στις Εκκλησιές το ”Σήμερον κρεμάται επί ξύλου…” και στον τρίτο στίχο ”ψευδή πορφύραν περιβάλλεται, ο περιβάλλων τον ουρανόν εν νεφέλαις….”. Θα σιγοψιθυρίσουμε …και την Κωμιακή…εν ομίχλη….ενθυμούμενοι την αέναη κατσιφόρα του χωριού και τα λόγια του Δασκάλου μας, του Θεολόγου Καστρινέλλη, ο οποίος προσφυώς, παρομοίαζε την Κωμιακή με μικρό Λονδίνο».
«Αχλαδόμηλα, ποικιλία NANCY. Υπέροχη γεύση που συνάδει με προσφιλέστατο και οικείο όνομα! Κατ’ ευθείαν από την Ανεβάλλουσα. Δεν είναι πολλά. Όμως, έγιναν αφορμή άφατης χαράς και ικανοποίησης …ίνα πληρωθεί το ρηθέν «τον κοπιώντα γεωργόν δει πρώτον των καρπών μεταλαμβάνειν».

«Αφουγκράστηκα σήμερα, ύστερα από πολύ καιρό τους γνώριμους ήχους της Λαϊκής στη γειτονιά και γέμισα χαρά και αισιοδοξια! Ενας οργανισμός που ανασαίνει, μιλά και τραγουδάει. Το «αμφί πλήθουσαν αγοράν» των Αρχαίων ζει μέχρι τις μέρες μας και είναι δείκτης κοινωνικής ευεξίας και υγείας».
Ο Παναγιώτης γνοιαζόταν μέχρι το θάνατό του για τη λειτουργία του Μουσείου Ιστορίας και Πολιτισμού της Κωμιακής.

Η συναίρεση με την αρχαία ελληνική γραμματεία: [«Εαν μεν δη ουν εις τεταγμένην τε δίαιταν και φιλοσοφίαν νικήσῃ τα βελτίω της διανοίας αγαγόντα, μακάριον μεν καὶ ομονοητικόν τον ενθάδε βίον διάγουσιν, εγκρατείς αυτών και κόσμιοι όντες, δουλωσάμενοι μεν ω κακία ψυχής ενεγίγνετο, ελευθερώσαντες δε ω αρετή» [Πλάτων, Φαίδρος, 256b]

«Φάγονται πένητες και εμπλησθήσονται και αινέσουσι τον Κύριον οι εκζητούντες αυτόν» (Ψαλμός 21, 27). Αυτή η ευχή ταίριαζε στη λιτή μας ζωή, των παιδικών μας χρόνων εκείνης της όχι και τόσο μακρινής εποχής, που όταν έπεφτε ένα φελί ψωμί κάτω με πόση ευλάβεια το πιάναμε, το σταυρώναμε εμφυσώντας το τρις και το τρώγαμε…Την άλλη ευχή της τραπέζης δεν είχα καταλάβει τότε: «ευλόγησον Κύριε τα περισσεύματα της τραπέζης ταύτης». Ποια περισσεύματα, που τα άλεθε όλα η πολυντοδιά της φαμελιάς…»]. Ο ίδιος έζησε πάντα μια απέριττη ζωή, ολιγαρκής και μνήμων της ταπεινής καταγωγής του και της παραδοσιακής ζωής στο χωριό. «Κορωνίδα Κύπρον, οὗ μ᾽ ἐθέσπισεν οἰκεῖν Ἀπόλλων», για να παραφράσω τα λόγια του Τεύκρου στην «Ελένη» του Ευριπίδη (στίχοι 148-149).

Η κοινωνική θεολογία στο προσκήνιο του προβληματισμού του: [«Ανδρείαν γυναίκα τις ευρήσει..τιμιωτέρα δε εστί λίθων πολυτελών η τοιαύτη…θαρσεί επ’ αυτή η καρδία του ανδρός αυτής…ενεργεί γαρ τω ανδρί αγαθά πάντα τον βίον…αναζωσαμένη ισχυρώς την οσφύν αυτής, ήρεισε τους βραχίονας αυτής εις έργον…Στόμα αυτής διήνοιξε προσεχόντως και εννόμως και τάξιν εστείλατο τη γλώσση αυτής…».

Αλήθεια, ποιός ύμνος, ποιό ποίημα μπορεί να συγκριθεί με τους στίχους αυτούς που γράφτηκαν κατά την α΄ χιλιετηρίδα πρό Χριστού, για τη γυναίκα, με θαυμασμό και εκτίμηση. Οι στίχοι είναι από το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου των Παροιμιών της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτούς καταθέτω σήμερα για να τιμήσω την γιορτή της γυναίκας, της αγωνιζόμενης μέσα και έξω από το σπίτι. Για τη γυναίκα της δουλειάς, του νοικοκυριού και της φρόνησης. Για τη μαχητική γυναίκα που δεν θυσίασε, όμως, την πραγματική της φύση στο βωμό του φεμινισμού, της δήθεν ισότητας των φύλων και της χειραφέτησης. Στις Μπουμπουλίνες του ΄21, στις ηρωΐδες της Πίνδου και στις αντάρτισσες της Εθνικής Αντίστασης ευλαβική αφιέρωση»]. Σημειώνω ότι ο Παναγιώτης έψαλε από στήθους όλη την εκκλησιαστική υμνολογία.

Έγραψε στην Κορωνίδα πριν από 14 χρόνια: «Ένα παμπάλαιο έθιμο του χωριού μας, που διασώζεται αναλλοίωτο μέχρι σήμερα χωρίς καθόλου να έχει παραμεριστεί από τις δυνατότητες της άμεσης επικοινωνίας που παρέχει η σύγχρονη τεχνολογία, είναι το χτύπημα της καμπάνας της εκκλησιάς του χωριού για να αναγγείλει το θάνατο κάποιου συγχωριανού. Είναι το στερνό προσκλητήριο του γενέθλιου τόπου στον θανόντα. Δεν εξετάζει πού έζησε, πού πορεύτηκε και πού αποχαιρέτησε τον μάταιο τούτο κόσμο. Δίνει έμφαση στον τόπο που είδε το πρώτο φως. Όπως στα πανεπιστημιακά διπλώματα προτάσσεται ο τόπος καταγωγής του πτυχιούχου και έπειτα ο τίτλος σπουδών, έτσι και ο χτύπος της καμπάνας τονίζει την επιστροφή του τεθνεώτος “εις γην εξ ης ελήφθη”, δηλαδή στο αγιασμένο πάτριο χώμα.

Το χτύπημα της καμπάνας απευθύνεται κατά κύριο λόγο στους ζωντανούς, για να τους θυμίσει ότι “άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει, ότι πνεύμα διήλθεν εν αυτώ και ουχ υπάρξει και ουκ επιγνώσεται έτι τον τόπον αυτού” (ΡΒ΄ Ψαλμός) και να απαντούν με πίστη : “Χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών ανώδυνα, ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν απολογίαν τη επί του φοβερού βήματος του Χριστού αιτησώμεθα”.

Και μια λυρική του περιγραφή: «Η ημέρα της ποίησης και η εαρινή ισημερία, που συνέπεσαν σήμερα, παρακινούν τη σκέψη και το νού μου όχι απλά να περιπλανηθούν αλλά κυριολεκτικά να αναρριχηθούν στα αγαπημένα βουνολάγκαδα και τις κορφές του πανέμορφου χωριού μας, της Κωμιακής Νάξου! Το βιντεάκι γυρίστηκε στα ευλογημένα πατρογονικά χώματα της Πλαθιάς Πέτρας, η μουσική επιμέλεια και το πείραγμα έχουν την υπογραφή του Μανόλη Λιανή Τρυφερού, ενώ το απίστευτο όχημα στο χρώμα ενός κατακόκκινου ηλιοβασιλέματος είναι εθιμικά πια ευγενική χορηγία του Γιώργη του Σκεπονιάτη, άρχοντα και φίλου από τη Χίλια Βρύση. Δυστυχώς, η μουσική διασκευή έπεσε πάνω σε φίλτρα δικαιωμάτων και δεν ακούγεται…και ποιος να τα βάλει με τον …απαιτητικό Ennio Morricone». Πλαθιά Πέτρα και Morricone, σε μια ενδιαφέρουσα, παγκοσμιο-ποιητική συνύπαρξη.

Συχνή η καταφυγή του στη λογοτεχνία, παλαιότερη και σύγχρονη.

[«Και να γρικάει να σιούνται αλαργινά, μες στα ζεστά περβόλια, οι νιές γλυκομηλιές και να πετούν στο χώμα τον καρπό τους…»(Οδύσσεια του Ν. Καζαντζάκη)

Τα πρωινά τα ηλιόλουστα, πιάνουν χορό οι ΡΟΔΙΕΣ μου και η ΣΥΚΑΜΙΑ μου, τριετής, υπόσχεται εφέτος ένα μεγάλο καβανό να με κεράσει μούρα κι η ΛΕΜΟΝΙΑ του Γέρου μου αγκαλιασμένη είναι με ολόκαρπη τη Μουσμουλιά που η Βυσσινιά αγκαλιάζει! Μα πιότερο αγαπώ τη ΜΥΓΔΑΛΙΑ, στο παραθύρι αντίκρυ, τη θύμηση της Μάνας μου που ανθίζει και στολίζεται κάθε Φλεβάρη μήνα. Αυτός είν’ ο κηπάκος μου που έφτιαξα μ’ αγάπη. Και με αγάπη περισσή πάντα τονέ φροντίζω]. Κοινές ανθρώπινες συνήθειες, απλές απολαύσεις, διέξοδοι στη μάνα γη.

Και σε άλλο σημείο: «Μαζεύω τα σύνεργά μου: Όραση, ακοή, γέψη, όσφρηση, αφή, μυαλό, βράδυασε πια, τελεύει το μεροκάματο, γυρίζω σαν τον τυφλοπόντικα σπίτι μου, στο χώμα. Όχι γιατί κουράστηκα να δουλεύω, δεν κουράστηκα, μα ο ήλιος βασίλεψε» (Νίκος Καζαντζάκης, Αναφορά στον Γκρέκο).
«Διαβάζω μια αναφορά του Ελύτη στον άγιο Νικόδημο στο βιβλίο Ανοιχτά χαρτιά. Καθώς πλησιάζει η εορτή του αγίου, σκέφτομαι πως οι λιτανείες, οι τυμπανοκρουσίες και τα βεγγαλικά δείχνουν μάταια, ΑΝ δεν κατεβάσουμε από τα ράφια τα βιβλία του αγίου. Ας ξεκινήσουμε από το παράξενο, όπως ομολογεί ο ποιητής, βιβλίο :Συμβουλευτικό εγχειρίδιο ή Περί φυλακής των πέντε αισθήσεων».

Ο Παναγιώτης απήλθεν του κόσμου τούτου, ενώ «ούπω εληλύθει η ώρα αυτού», κατά τα ανθρώπινα μέτρα, την εποχή και την ανθρώπινη κρίση. Σε μια ανάλογη ευκαιρία (αντ)έγραψε: «ΓΗΡΑΣ ΓΑΡ ΤΙΜΙΟΝ ΟΥ ΤΟ ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΟΝ, ΟΥΔΕ ΑΡΙΘΜΩ ΕΤΩΝ ΜΕΜΕΤΡΗΤΑΙ…ΚΑΙ ΗΛΙΚΙΑ ΓΗΡΩΣ, ΒΙΟΣ ΑΚΗΛΙΔΩΤΟΣ…ΤΕΛΕΙΩΘΕΙΣ ΕΝ ΟΛΙΓΩ, ΕΠΛΗΡΩΣΕ ΧΡΟΝΟΥΣ ΜΑΚΡΟΥΣ. ΑΡΕΣΤΗ ΓΑΡ ΗΝ ΚΥΡΙΩ Η ΨΥΧΗ ΑΥΤΟΥ» (Από ανάγνωσμα της ΣΟΦΙΑΣ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ )

Στη γυναίκα και τα δύο παιδιά του, που βιώνουν εντονότερα την απώλεια και το πένθος, εύχομαι εγκαρτέρηση, απάλυνση του πόνου και περηφάνια για τα μαθήματα ζωής που έδινε σε όλους ο Παναγιώτης από τις 8 Σεπτεμβρίου 2014-τι σύμπτωση, τη γιορτή της Θεοσκέπαστης Κωμιακής-, που άρχισε η περιπέτεια της υγείας του, μέχρι την τελευταία πνοή του. Μαθήματα γενναιότητας, θάρρους, υπομονής, πείσματος, αισιοδοξίας, τρυφερότητας.

Σε μάς τούς, κατά το αποστολικό, περιλειπόμενους, που γνωρίσαμε εκ του σύνεγγυς τον Παναγιώτη, την προσωπικότητά του, την κοινωνική προσφορά και τον χαρακτήρα του, η μνήμη του θα παραμείνει βαθιά χαραγμένη στη ψυχή μας. Και επειδή του άρεσε η αρχαία ελληνική γραμματεία, να θυμίσω το του Ησιόδου, Έργα και Ημέραι, 168-170: «Ζεὺς Κρονίδης κατένασσε πατὴρ ἐς πείρατα γαίης·/καὶ τοὶ μὲν ναίουσιν ἀκηδέα θυμὸν ἔχοντες/ἐν μακάρων νήσοισι παρ᾽ Ὠκεανὸν βαθυδίνην», τουτέστιν ο γιος του Κρόνου, στα πέρατα της γης τούς έβαλε να μένουν. Και κατοικούν ξένοιαστη έχοντας καρδιά στις νήσους των μακάρων, πλάι στον Ωκεανό με τη βαθιά τη δίνη.

Η δική του ψυχή θα πλανάται στη μνήμη μου και αυτό το καλοκαίρι πάνω από την αγροικία του Τρυφεροϊάννη, που με στοργή και σεβασμό στον μόχθο του παππού του ανασυγκρότησε, πάνω από τον συκεώνα και τις ερινεώδεις εκτάσεις της Πλαθιάς Πέτρας. «Όλα ‘ναι της ψυχής καμώματα και του μυαλού παιχνίδια,/όλα αλαφρό μελτέμι που φυσάει και τα μελίγγια ανοίγουν», για να επικαλεστώ και εγώ την καζαντζακική Οδύσσεια.

Πέρυσι τέτοιες μέρες, στις 11 Ιουλίου, μου έγραφε ηλεκτρονικά από την Αθήνα: «Καλά είμαι, αλλά εγώ το ξέρω. Σε ανοσοθεραπεία υποβάλλομαι από το Πάσχα…Ξεχνώ τηνε προς το παρόν/την όμορφη Αξά μας/κι έχει ο Θεός ολοχρονίς/χιλιάδες ευκαιρίες/να κατεβούμε να ευφρανθεί/ το σώμα κι η καρδιά μας».
Τα πιο πάνω λόγια αποθέτω με οξύ πόνο καρδίας «αντί στεφάνων και νηπενθών στα βημόθυρα της νέας του κατοικίας εν τη αγήρω μακαριότητι», για να δανειστώ μια ακόμα φράση του.

(Visited 681 times, 1 visits today)