Στοές, εξαντλητική εργασία και η αιματηρή εξέγερση των μεταλλωρύχων του 1916 – Ένα ταξίδι στη μεταλλευτική κληρονομιά του νησιού μέσα από μαρτυρίες
Tον κίνδυνο τον καταλαβαίνεις από το “αλάτισμα”· θα αισθανθείς να πέφτει χωματάκι κάπου πάνω σου, όπως πέφτει το αλάτι. Τότε, ετοιμάζεσαι να φύγεις από εκεί. Αν ακούσεις ότι έπεσε και χαλίκι, πρέπει να πάρεις δρόμο και να τρέξεις», αφηγείται μπροστά στην κάμερα ο Σερίφιος μεταλλωρύχος Αντώνης Λιβάνιος, γνωστός και ως «Μουστάκιας».
Η μαρτυρία του περιλαμβάνεται στο πρόγραμμα που σχεδίασε η Εταιρεία Φίλων Πολιτιστικής Κληρονομιάς και Περιβάλλοντος «Η Σέριφος», με τίτλο Η ζωντανή ιστορία των μεταλλείων Σερίφου, το οποίο υλοποίησε με τη χρηματοδότηση της πρωτοβουλίας Cycladic Identity του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, θέλοντας να τιμήσει τις μνήμες και τις εμπειρίες των ανθρώπων που βίωσαν την ακμή αλλά και το άδοξο τέλος της μεταλλευτικής δραστηριότητας στο νησί. Πολύτιμες μαρτυρίες από τις ακραίες συνθήκες εργασίας, τους εκκωφαντικούς και συνεχείς θορύβους, τους κινδύνους, τους αγώνες αλλά και την καθημερινότητα των μεταλλωρύχων εμπλουτίζονται από σπάνιο αρχειακό υλικό και ιστορικά τεκμήρια, τα οποία παρουσιάζονται σε ένα εκτενές ψηφιακό αλλά και έντυπο λεύκωμα.

«Έχουν προηγηθεί και άλλα βιβλία και δράσεις σχετικά με την ιστορία των μεταλλείων στη Σέριφο, όμως εμείς θελήσαμε να καταγράψουμε το βίωμα», διευκρινίζει η Κατερίνα Παπαθωμά, υπεύθυνη του προγράμματος και αντιπρόεδρος της Εταιρείας Φίλων Σερίφου. Πολλά από τα μέλη του συλλόγου, που ιδρύθηκε το 1997, δεν έχουν καταγωγή από τη Σέριφο, έρχονταν, όμως, για χρόνια στο νησί, το αγάπησαν και επιχειρούν με διάφορους τρόπους να διαφυλάξουν την αρχιτεκτονική του ταυτότητα, τα τοπικά ήθη και έθιμα, το φυσικό του κάλλος και βέβαια τη μνήμη. «Από την πρώτη στιγμή που ήρθαμε σε επαφή με το πρόγραμμα, αναγνωρίσαμε ότι δεν πρόκειται απλώς για μια ιστορική καταγραφή, αλλά για μια πολύ σημαντική προσπάθεια να διασωθούν οι μνήμες μιας γενιάς που σιγά σιγά χάνεται», επιβεβαιώνει και η υπεύθυνη της πρωτοβουλίας Cycladic Indentity του MKT, Θεανώ Αγαλόγλου, προσθέτοντας πως πέρα από το λεύκωμα έχουν τοποθετήσει σε ορισμένα σημεία στο νησί πινακίδες με κωδικούς QR, ώστε επισκέπτες και κάτοικοι να μπορούν να ακούσουν τις μαρτυρίες των μεταλλωρύχων.

«Το έργο ολοκληρώθηκε σε 12 μήνες», σημειώνει η κυρία Παπαθωμά. «Ξεκινήσαμε το περασμένο καλοκαίρι, αναζητήσαμε μεταλλωρύχους και εργαζομένους των μεταλλείων που βρίσκονται ακόμα μαζί μας, αλλά και τους συγγενείς τους, και συντάξαμε ένα κοινό ερωτηματολόγιο προς όλους». Από τη δική τους φωνή ακούμε ότι τους μεταλλωρύχους τούς φώναζαν «μεταλλιώτες». Είχαν ειδικότητες: ήταν νερουλάδες, μιναδόροι, μποσκαδόροι, ξυλοδέτες, βιντσιέρηδες και πιστολαδόροι και εργάζονταν όλοι, από μικρά παιδιά έως ηλικιωμένοι άνδρες, από βράδυ σε βράδυ με μια λάμπα ασετυλίνης, για ελάχιστα χρήματα.
«Επειδή τότε όλος ο κόσμος ήταν στα μεταλλεία, παρασύρθηκα και εγώ και λέω “γιατί να μην πάω;”. Για να φύγω όμως από τον Καλλίτσο και να έρθω στο Μέγα Λιβάδι –όχι μόνο εγώ και οι υπόλοιποι εργάτες, όλοι– έφευγα τρεις η ώρα για να είμαι στο εργοτάξιο εδώ έξι παρά. Παρά πέντε, παρά δέκα, εκεί. Εάν ήσουν έξι και ένα λεπτό, σου έλεγε “τράβα στο γραφείο”, θυμάται ο Ανδρέας Λιβάνιος (Κατσαφούρης). «Δεν υπήρχε ανεπτυγμένη γεωργία ή αλιεία στο νησί, η κύρια απασχόληση ήταν τα μεταλλεία», τονίζει και η κυρία Παπαθωμά, ενώ κάποιοι μεταλλωρύχοι υποστηρίζουν πως τα μεταλλεία ήταν καταστροφή για το νησί γιατί, όταν έκλεισαν το 1963, η Χώρα αλλά και τα μεταλλευτικά κέντρα ερήμωσαν. «Άμα σας πω τα νούμερα των μπακάλικων, των τσαγκαράδικων, των κουρείων που υπήρχαν στη Χώρα μέχρι που έκλεισαν τα μεταλλεία, θα πείτε: Πού είμαι; Σε κάποια συνοικία της Αθήνας;» σχολιάζει και ο Γιώργος Κουζούπης, γιος εργαζομένου στα γραφεία της μεταλλευτικής εταιρείας.

Η σειρά των Γρώμαν
Ο ορυκτός πλούτος της Σερίφου αξιοποιείται ήδη από την 3η χιλιετία π.Χ., όταν ξεκινά η συστηματική εξόρυξη χαλκού και σιδήρου, με ίχνη της πρώιμης μεταλλευτικής δραστηριότητας να εντοπίζονται σε διάφορες θέσεις –Κούντουρο, Αβεσσαλός, Σκουριές– ενώ τον 15ο αι. μ.Χ. υπάρχουν ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες για εκμετάλλευση κοιτασμάτων μαγνητίτη. «Στα μέσα του 19ου αιώνα επιβεβαιώνεται από τον Ανδρέα Κορδέλα και άλλους μεταλλειολόγους η ύπαρξη σιδηρομεταλλεύματος με περιεκτικότητα σε σίδηρο 50-60%, από το οποίο μπορούσε να παραχθεί πρώτης ποιότητας χάλυβας», εξηγεί στον επίλογο του λευκώματος η ιστορικός Αγγελική Μέρου. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί σε προσπάθειες εκμετάλλευσης του σιδηρόλιθου, όπως λεγόταν τότε, από την Πρώτη Ελληνική Μεταλλευτική Εταιρεία (ΕΜΕ) και άλλες μικρότερες εταιρείες. Οι περισσότερες, ωστόσο, εγκαταλείπουν σύντομα την προσπάθεια. Εκείνη που τελικά κυριαρχεί για περισσότερα από 90 χρόνια είναι η Ανώνυμη Μεταλλευτική Εταιρεία Σερίφου και Σπηλιαζέζης, που ιδρύεται στο Παρίσι από τον Ανδρέα Συγγρό και άλλους Έλληνες, Εβραίους και Γάλλους τραπεζίτες και επιχειρηματίες τον Σεπτέμβριο του 1880. Το 1885 η «Σέριφος Σπηλιαζέζα» αναθέτει την εκμετάλλευση στον Γερμανό μεταλλειολόγο Αιμίλιο Γρώμαν, ως υπεύθυνο εργολάβο και εκπρόσωπό της στην Ελλάδα. Για τις επόμενες έξι δεκαετίες, ο Γρώμαν και οι απόγονοί του, ο γιος του Γεώργιος και ο εγγονός του Αιμίλιος, οργανώνουν και αναπτύσσουν συστηματικά τα μεταλλεία.
Εκείνη την εποχή απασχολούνται εκατοντάδες εργάτες από τη Σέριφο αλλά και διάφορα μέρη της Ελλάδας: Πάρο, Μήλο, Κάρπαθο, Μύκονο, Τήνο, Ήπειρο, Μαντούδι Ευβοίας. Η ετήσια παραγωγή υπολογίζεται σε 100.000 τόνους σιδηρομεταλλεύματος, με την εξόρυξη να γίνεται κυρίως με πρωτόγονες μεθόδους και ανύπαρκτα μέτρα προστασίας. «Μέτρα προστασίας; Αν ήταν ο γιατρός, ήταν ο γιατρός, αν δεν ήταν, ήταν και ο παπάς», αναφέρει χαρακτηριστικά και ο Θοδωρής Λιβάνιος, συγγενής θύματος των μεταλλείων, λαογράφος και ερευνητής, με πλούσιο αρχείο πάνω στην προφορική ιστορία της Σερίφου.

«Εσύ είσαι τώρα;»
Από την εποχή των Γρώμαν, το Μέγα Λιβάδι το αποκαλούν «Μικρό Παρίσι» – είναι ο πρώτος οικισμός που έχει ηλεκτρισμό, καφενεία, ιατρείο και σχολείο που αριθμεί περισσότερα από 130 παιδιά, έχει γήπεδο ποδοσφαίρου στην «άμμο» και θερινό κινηματογράφο. «Το θυμάμαι έντονα αυτό», λέει ο Γιώργος Κουζούπης. «Έφερνε ο καθένας την καρέκλα του κάτω στην παραλία και έβλεπαν έργα σε ένα πανί στον τοίχο του Διοικητηρίου».
Πολλοί Σεριφιώτες που ήταν από τη Χώρα και από μακρινά χωριά, αλλά και οι ξένοι που εργάζονταν στο νησί, έμεναν στις «κάμαρες» ή και έξω από τους οικισμούς, στις «κατοικιές» ή στα «κελιά». «Όταν ερχόσουνα στην εταιρεία, σου δίνανε ένα κρεβάτι κι ένα στρώμα. Όταν ήρθα εγώ, επειδής είχε πολύ κόσμο τότε, δεν είχε ούτε κρεβάτι ούτε στρώμα», ανατρέχει στα πρώτα του χρόνια και ο Ανδρέας Λιβάνιος. Για να μπορέσει να κοιμηθεί, πήρε δυο τσουβάλια από αυτά που έβαζαν τα άχυρα για τα ζώα, τα παραγέμισε με χλωρές και τα τοποθέτησε ανάμεσα στα στρώματα δύο συμπατριωτών του.

Σημαντική στη ροή της δουλειάς –κι ας μην αποδεικνύεται με στοιχεία– είναι και η συνεισφορά των γυναικών. Κυρίως οι Μαντουδιανές αλλά και κάποιες ντόπιες βοηθούν στη μεταφορά του εξορυγμένου προϊόντος, οι περισσότερες όμως κρατάνε τα σπίτια, μεγαλώνουν τα παιδιά, αντιμετωπίζουν τα πεινασμένα βλέμματα στις πολύμηνες απεργίες, φροντίζουν τους άνδρες της οικογένειας. «Οι περισσότεροι πήγαιναν μόνο το Σάββατο, σκονισμένοι. Είχε η γυναίκα τους ή η μητέρα τους το καζάνι με το νερό ζεστό, έτοιμο, να πλυθούν, να σκουπιστούν και να μπουν στο σπίτι. Μεταλλείο, σκόνη, πού να μπουν;» αναρωτιέται και η Χρυσή Τσιγώνια, κόρη εργαζομένου στα μεταλλεία. Και που πλένονταν όμως, «δεν έφευγε το μεταλλείο από πάνω τους», όπως λέει ο Ανδρέας Λιβάνιος. «Πήγαινα στο σπίτι, με κοίταγε η μάνα μου και μου έλεγε: “Εσύ είσαι τώρα;”». Το ίδιο, βέβαια, έλεγε και η μητέρα του Βαγγέλη Λάσκαρη όταν ήταν μικρός. Εκείνος δεν είχε σχέση με τα μεταλλεία, σκονιζόταν όμως από το παιχνίδι. «Πώς έγινες έτσι; Σαν μεταλλιώτης είσαι, κατάμαυρος».
«Αν πέσει η σκάλα…»
Το περασμένο Σάββατο, στο ραντεβού για την παρουσίαση του λευκώματος στο ανοιχτό θέατρο της Κάτω Χώρας, οι μεταλλωρύχοι και τα παιδιά τους είχαν φτάσει μία ώρα νωρίτερα. Εμφανώς συγκινημένοι ανατρέχουν στις κακουχίες, στην ξυπολυσιά, στις ατελείωτες ώρες δρόμου μέσα από μονοπάτια για να φτάσουν εγκαίρως στη δουλειά, στο τράνταγμα του πιστολιού (κομπρεσέρ), στο κρύο, στην αναιμική λάμπα ασετυλίνης που αν έσβηνε, βρισκόσουν στα «χάητα», και έπειτα, όταν η Κατερίνα Παπαθωμά τούς ζητά να σταθούν σε μια εικόνα, εκείνοι μιλούν για τους συναδέλφους που «πετρώθηκαν» στις στοές. Ο νους τους «τρέχει» στις παράλογες απαιτήσεις των Γρώμαν, στην αλληλεγγύη που επέδειξαν όταν έκλεισαν απρόσμενα τα μεταλλεία το 1963, στην ερήμωση που ακολούθησε και κυρίως μιλούν για τη Μεγάλη Απεργία του 1916, ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα του εργατικού κινήματος και το πρώτο που πέτυχε την εφαρμογή της οκτάωρης εργασίας στην Ελλάδα.

Τον Αύγουστο του 1916, οι εξαντλημένοι εργάτες, με επικεφαλής τον Κωνσταντίνο Σπέρα που είχε πρωτοστατήσει στη δημιουργία του Σωματείου Εργατών Μεταλλευτών Σερίφου, αρνούνται να μεταφέρουν το μετάλλευμα σε πλοίο που είχε δέσει στο Μέγα Λιβάδι. Οι κινητοποιήσεις συνεχίζονται, μέχρι που στις 21 Αυγούστου καταφθάνουν στο νησί δυνάμεις της Χωροφυλακής με σκοπό να καταστείλουν την απεργία. Τους δίνουν πέντε λεπτά να επιστρέψουν στην εργασία τους και ανοίγουν πυρ. Σκοτώνονται τέσσερις εργάτες, όμως οι Σερίφιοι αντεπιτίθενται. Οι γυναίκες και τα παιδιά, που παρακολουθούν τα γεγονότα από ένα ύψωμα πάνω από τη σκάλα φόρτωσης, αρχίζουν να πετούν μετάλλευμα στους χωροφύλακες, ρίχνουν τον υπομοίραρχο Χρυσάνθου στη θάλασσα και έτσι δύο νεκρούς θρηνεί και η πολιτεία. «Οι άνθρωποι αυτοί που τραυματίστηκαν και σκοτώθηκαν στην απεργία του 1916 ήταν όλοι αυτοί που με τους Βαλκανικούς Πολέμους είχαν φάει το μπαρούτι με τη φούχτα», σχολιάζει και ο Ζαννής Λιβάνιος, ο πατέρας του οποίου, 16 χρονών τότε, συμμετείχε στην απεργία.
«Μέτρα προστασίας; Αν ήταν ο γιατρός, ήταν ο γιατρός, αν δεν ήταν, ήταν και ο παπάς», αναφέρει ο Θοδωρής Λιβάνιος, συγγενής θύματος των μεταλλείων
Την επόμενη μέρα, στις λεηλατημένες πλέον εγκαταστάσεις στο Μέγα Λιβάδι, εκεί όπου βλέπει κανείς τα ράλια να διατρέχουν την πλαγιά, τα βαγονέτα και την εντυπωσιακή σιδερένια σκάλα φόρτωσης, ο Θοδωρής Λιβάνιος ξεκίνησε την ξενάγηση, λέγοντας πως ο πατέρας του τον έπαιρνε μαζί του στα μεταλλεία, στα έγκατα της γης, για να δει τη σκληρή ζωή και να μην εγκαταλείψει τα γράμματα. Δεν πρόλαβε βέβαια. Το 1963, ο Μεσογειακός Όμιλος Εμπορίου και Βιομηχανίας ΑΕ – Ανδρέας Αποστολίδης ανακοινώνει την οριστική διακοπή της εξορυκτικής δραστηριότητας και κλείνει τα μεταλλεία, βυθίζοντας τις κοινότητες των μεταλλωρύχων στην απόγνωση. Ο δήμαρχος Κωνσταντίνος Ρεβίνθης, κόντρα σε μνηστήρες που φιλοδοξούν να εκμεταλλευτούν την έκταση αλλάζοντας τη χρήση της, προσπαθεί να δημιουργήσει εκεί, 60 και πλέον χρόνια μετά, ένα ανοιχτό μουσείο. «Πρόσφατα εγκρίθηκε μελέτη για την αποκατάσταση της σκάλας από το Υπουργείο Πολιτισμού», εξηγεί ο δήμαρχος, μελέτη που είχε εκπονηθεί σε συνεργασία με το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και το Πανεπιστήμιο Αιγαίου, την Europa Nostra αλλά και το Παγκόσμιο Παρατηρητήριο Μνημείων, το οποίο έχει εντάξει το ιστορικό μεταλλευτικό τοπίο της Σερίφου στον κατάλογο των μνημείων του 2025 που τελούν υπό κίνδυνο. «Αν πέσει η σκάλα, χάθηκαν όλα», λέει και ο Θοδωρής Λιβάνιος βλέποντας τα υλικά ίχνη της συλλογικής μνήμης να υποχωρούν μπροστά στην τουριστική εκμετάλλευση.
To πρόγραμμα «Η ζωντανή ιστορία των Μεταλλείων Σερίφου» σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε από την Εταιρεία Φίλων Σερίφου σε συνεργασία με την καλλιτεχνική ομάδα Media dell’ Arte και την Communicate4good, με τη χρηματοδότηση του Cycladic Identity. www.serifosfriends.gr, www.cycladicidentity.gr
Πηγή: kathimerini.gr της Ξένιας Γεωργιάδου
Ακολουθήστε το naxostimes.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
































































