Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα 26 Απριλίου 2026

Newsroom.
26/04/2026 09:17

Σήμερα Κυριακή 26 Απριλίου 2026 (Των Μυροφόρων), σύμφωνα με το εορτολόγιο τιμάται η μνήμη της Οσίας Γλαφύρας

Τα ονόματα που γιορτάζουν σήμερα είναι τα εξής: Γλαφυρός, Γλαφύρα, Γλαφυρή, Γλαφυρούλα και Μυροφόρα

Των Αγίων Μυροφόρων γυναικών, έτι δε Ιωσήφ του εξ Αριμαθαίας και του νυκτερινού μαθητού Νικοδήμου

Σύμφωνα με το saint.gr, μυροφόρες είναι οι γυναίκες που ακολουθούσαν το Κύριο μαζί με τη Μητέρα του, έμειναν μαζί της κατά την ώρα του σωτηριώδους πάθους και φρόντισαν να αλείψουν με μύρα το σώμα του Κυρίου. Όταν δηλαδή ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος ζήτησαν κι’ έλαβαν από το Πιλάτο το δεσποτικό σώμα, το κατέβασαν από το σταυρό, το περιέβαλαν σε σινδόνια μαζί με εκλεκτά αρώματα, το τοποθέτησαν σε λαξευτό μνημείο κι’ έβαλαν μεγάλη πέτρα πάνω στη θύρα του μνημείου, παρευρίσκονταν θεωρώντας κατά τον ευαγγελιστή Μάρκο η Μαρία η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία που καθόταν απέναντι του τάφου. Άλλη Μαρία εννοούσε οπωσδήποτε τη Θεομήτορα. Δεν παρευρισκόταν μόνο αυτές, αλλά και πολλές άλλες γυναίκες όπως αναφέρει και ο Λουκάς.

 Η Σύναξη του Αρχαγγέλου Ταξιάρχου Μιχαήλ Μανταμάδου

O Ιερός Ναός του Tαξιάρχη Μανταμάδου στην Λέσβο γιορτάζει δυο φορές τον χρόνο, στις 8 Νοεμβρίου στην γιορτή των Αρχαγγέλων αλλά και την Kυριακή των Mυροφόρων, που είναι τα εγκαίνιά του.

Μεγάλη είναι η προσέλευση των πιστών, από την Παρασκευή, στο Προσκύνημα του Ταξιάρχη στο Μανταμάδο της Λέσβου, ενώ την ημέρα της Κυριακής των Μυροφόρων, που γιορτάζει το Μοναστήρι, υπολογίζεται ότι θα προσελκύονται χιλιάδες προσκυνητές.

Mια εβδομάδα πριν από την Κυριακή των Μυροφόρων, ο Nαός ανοίγει διάπλατα τις πύλες του και δέχεται χιλιάδες των προσκυνητών από κάθε γωνιά της γης που συρρέουν με τις τεράστιες λαμπάδες τους και τα αναθήματά τους για να ευχαριστήσουν τον Άγιο.

Το πανηγύρι που γίνεται παίρνει μεγάλη θρησκευτική λαμπρότητα.

Η εικόνα του Ταξιάρχη Μανταμάδου είναι μοναδική σε ότι αφορά τον τρόπο και τις συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες δημιουργήθηκε μα και τα υλικά με τα οποία ιστορήθηκε. H ζωντανή μας παράδοση την τοποθετεί στο 1000 με 1100 μΧ. την εποχή δηλαδή, που σ” όλο το Αιγαίο κυριαρχούσαν και λεηλατούσαν τα παράλιά του οι Σαρακηνοί πειρατές. O ιερός αυτός χώρος ήταν ανδρικό Μοναστήρι προς τιμήν των Αρχαγγέλων. Οι πειρατές έμαθαν ότι εκεί υπάρχει πολύς πλούτος και μια νύχτα, που οι μοναχοί βρισκόταν στον ιερό Ναό συγκεντρωμένοι στη θεία τους λειτουργία, μπήκαν με σχοινιά από τα τείχη και τούς έσφαξαν.

Mέσα στο Ιερό Άγιο Bήμα του ναού, μαζί με τον λειτουργούντα ιερέα, βρισκόταν και ένα 17χρονο καλογεροπαίδι, ο δόκιμος Γαβριήλ, που βοηθούσε στα τελούμενα. Αυτός βλέποντας τη φοβερή σφαγή, κατόρθωσε να ξεγλιστρήσει από το παράθυρο του Αγίου Bήματος, να ανεβεί στη σκεπή και να κρυφτεί. Αυτό το αντιλήφθηκαν οι πειρατές και αφού λεηλάτησαν το Ναό και όλο το Μοναστήρι, θέλησαν να πιάσουν και τον δόκιμο Γαβριήλ για να μην αφήσουν μάρτυρα, που θα ειδοποιούσε τυχόν, τους γύρω συνοικισμούς, οι κάτοικοι των οποίων θα τους έκλειναν το δρόμο προς την θάλασσα, και θα τους χτυπούσαν.

Έβαλαν λοιπόν σκάλες και ανέβηκαν στη στέγη για να τον πιάσουν. Αλλά, η στέγη μετατράπηκε σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα και στο μέσον, πανύψηλος και αγριωπός, με σπαθί στο χέρι που πετούσε αστραπές, ο Ταξιάρχης, έτοιμος να τους επιτεθεί. Πανικόβλητοι οι πειρατές τράπηκαν σε άτακτη φυγή προς τη θάλασσα, αφήνοντας όλα τα κλοπιμαία μέσα στην αυλή του Μοναστηριού. O δόκιμος μοναχός, που από θαύμα σώθηκε μόλις συνήλθε κατηφόρισε μέσα στο Ναό, για να παράσχει τις πρώτες βοήθειες στους συντρόφους του.

Εκεί τους βρίσκει όλους σφαγμένους! Τότε του ήλθε μια θεία έμπνευση. Nα συγκεντρώσει το αίμα των σφαγμένων μοναχών, να το αναμείξει με χώμα, να φτιάξει πηλό και να ιστορήσει τη μορφή του Αρχαγγέλου Mιχαήλ, όπως την είδε πάνω στη σκεπή, κατά τη θαυμαστή παρουσία Tου. Άρχισε να πλάθει την εικόνα του Ταξιάρχη ανάγλυφη, δίνοντας τη μορφή εκείνη που πάνω στη σκεπή ο ίδιος είδε. Ήταν δε τόσο αφοσιωμένος στη προσπάθεια, να δώσει στον πηλό τη μορφή του Αρχαγγέλου ώστε, δεν πρόσεξε ότι ο πηλός τελείωνε! Έτσι τελείωσε το πρόσωπό του και το υπόλοιπο σώμα Του το έφτιαξε αναγκαστικά πολύ μικρό, δυσανάλογο και ασύμμετρο.

Ενώ στο μοναστήρι του Ταξιάρχη παιζόταν αυτό το δράμα, η ζωή στους γύρω συνοικισμούς συνεχιζόταν ήσυχη. Μόνο ένα τσοπανόπουλο, καθώς αγνάντευε τη θάλασσα από μια κορυφή, είδε κουρσάρικα καράβια λίγο πιο μέσα απ’ την ακτή. Πήδηξε στ’ άλογο του και κάλπασε προς τη μονή για να ειδοποιήσει τους μοναχούς να φυλαχθούν. Το θέαμα όμως πού αντίκρισε, τον έριξε κάτω λιπόθυμο. Όταν συνήλθε, έτρεξε και ειδοποίησε τον άρχοντα του Στένακα, για τα συμβάντα.

Εκείνος ξεκίνησε αμέσως για το μοναστήρι μ” άλλους πενήντα καβαλάρηδες. Όταν μπήκαν στο Ναό είδαν τους μοναχούς σφαγμένους και βαμμένους στο αίμα και τον ηγούμενο νεκρό μπροστά στην Αγία Τράπεζα! Πήδηξαν όλοι στ’ άλογα τους κι ακολουθώντας τ” αχνάρια των πειρατών, πλησίασαν σ” ένα πλάτωμα. Απότομα σταμάτησαν. Το θέαμα πού αντίκρισαν τούς έκανε κι ανατρίχιασαν. Είδαν αυτούς πού καταδίωκαν, νεκρούς και σκορπισμένους σ” όλο το πλάτωμα. Μια σπαθιά, πού άρχιζε απ’ το μέτωπο κι έφτανε ως την κοιλιά, ήταν χαραγμένη στο σώμα του καθενός και τ” άνοιγε στα δύο. Ή μαχαιριά σε κάθε σώμα ήταν ακριβώς ή ίδια.

Πέρασαν αιώνες. Το μοναστήρι ερειπώθηκε από τις αλλεπάλληλες επιδρομές των Αγαρηνών. Τον 18ο αιώνα ο μικρός παλαιός ναός αντικαταστάθηκε με νέο και μεγαλύτερο, μα η ανάγλυφη θαυματουργή εικόνα του αρχαγγέλου διασώθηκε ως τις μέρες μας, όπως ακριβώς τη φιλοτέχνησε ο δόκιμος Γαβριήλ.

Διατηρεί την πρώτη ζωντάνια της και παραμένει αναλλοίωτη από το χρόνο κι από τους ασπασμούς χιλιάδων προσκυνητών. Τέλος, με την πάροδο των χρόνων έχουν καταγραφεί μαρτυρίες πιστών, πως η μορφή του Ταξιάρχη, αλλάζει όψη φανερώνοντας, τα συναισθήματα Του απέναντι στον προσκυνητή. Άλλοτε αντικρίζουν το πρόσωπο του Αγίου πολύ άγριο και απόμακρο και άλλοτε πολύ ήρεμο και οικείο, πιστεύοντας ό,τι κατά αυτό τον τρόπο ο Άγιος προσπαθεί να τους περάσει διάφορα μηνύματα.

Ο Ταξιάρχης είναι ο προστάτης Άγιος της περιοχής αλλά και όλης της Λέσβου. Ιδιαίτερα τον σεβόταν οι Τούρκοι για τα πολλαπλά του θαύματα. Φορούσε σιδερένια παπούτσια και έτρεχε παντού να προστατεύσει τους χριστιανούς. Η μορφή του εβένινου εικονίσματος πείθει ότι είναι έργο μιας φλογερής πίστης, ενός απλού ανθρώπου. Το σκοτεινό πρόσωπο είναι γεμάτο δύναμη καθώς προβάλλει μέσα απ’ το αστραφτερό ασημένιο πλαίσιο.

Στο Μανταμάδο βρίσκεται ένα από τα πιο σημαντικά προσκυνήματα της Λέσβου, η Ιερά Μονή του Ταξιάρχη. Ο Άγιος Αρχάγγελος Μιχαήλ είναι ο ενδοξότατος και λαμπρότατος Ταξιάρχης των Ασωμάτων Δυνάμεων. Είναι ο Αρχιστράτηγος του Θεού.

Προστατεύει το ανθρώπινο γένος και χαρίζει ελπίδα στους πιστούς χριστιανούς. H εικόνα του Ταξιάρχη είναι μοναδική στον ορθόδοξο χριστιανικό κόσμο, καθώς είναι ανάγλυφη και οι ανάγλυφες εικόνες δεν επιτρέπονται στην Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία. Αυτή η εικόνα, όμως, παρέμεινε, χάρη στην αξία της και στην μεγάλη θαυματουργικότητά της.

Η δύναμη και η χάρη Του, εμφανίζεται με την πάροδο των ετών, στις ζωές ανθρώπων, όποτε χρειαστούν τη βοήθεια και την ευλογία Του. Έχει ανοίξει τα φτερά Του, προστατεύοντας σε κρίσιμες καταστάσεις τους πιλότους της πολεμικής αεροπορίας της χώρας. Στο μοναστήρι υπάρχουν αφιερώματα, τάματα, από απλούς ανθρώπους μέχρι πιλότους της πολεμικής αεροπορίας και αξιωματικούς όλων των σωμάτων.

Από τα πιο επιβλητικά αφιερώματα, αποτελεί ένα αεροσκάφος που έχει τοποθετηθεί στην είσοδο της μονής. Πρόκειται για το μαχητικό F-5A Freedom Fighter, στο κάθετο σταθερό του οποίου είναι ζωγραφισμένη η σκιά του Μεγάλου Αλεξάνδρου, καβαλάρη και φέροντα το ξίφος του, ενώ είναι ευδιάκριτη η ονομασία «Αλέξανδρος ο Μακεδών».

Το χτίσιμο του νέου ναού του άρχισε και τελείωσε με θαύμα. Ή επιτροπή πού συγκροτήθηκε για την ανέγερση του, αποφάσισε να τον χτίσει λίγο μακρύτερα από το μοναστήρι. Οι εργάτες άρχισαν να σκάβουν τα θεμέλια, αλλά το πρωί τα βρήκαν σκεπασμένα με χώμα, ενώ τα εργαλεία τους ήταν στην αυλή του παλιού ναού.

Ξαναέσκαψαν τα θεμέλια από την αρχή. Κι όταν βράδιασε, άφησαν επίτηδες τα εργαλεία τους εκτεθειμένα, ενώ μερικοί άνδρες κρύφτηκαν στους θάμνους για να δουν τι θα συμβεί. Τα μεσάνυχτα λοιπόν είδαν κάτι ανέλπιστο. Ένα δυνατό φως σηκώθηκε από τον παλιό ναό, σχημάτισε καμπύλη και στάθηκε πάνω από τα θεμέλια.

Ύστερα ακολούθησε την αντίστροφη πορεία και χάθηκε. Οι φύλακες έμειναν εκστατικοί. Συγχρόνως ένιωσαν μυρωδιά από φρεσκοσκαμμένο χώμα. Πλησιάζουν στα θεμέλια και τα βρίσκουν πάλι σκεπασμένα. Τρέχουν στο δέντρο πού ήταν κρεμασμένα τα εργαλεία, αλλά εκείνα έλειπαν. Ξεκίνησαν ζαλισμένοι για τον παλιό ναό, στο μοναστήρι του Ταξιάρχη.

Είχε αρχίσει να χαράζει, όταν ακούστηκε ξαφνικά ή καμπάνα της μονής. Σταμάτησε για λίγο κι άρχισε πάλι να χτυπάει σιγά και ρυθμικά. Κι όμως, καθώς αργότερα έμαθαν, δεν τη χτυπούσε ανθρώπινο χέρι. Έφτασαν, τέλος, στο μοναστήρι και μπήκαν στην αυλή. Εκεί είδαν ακουμπισμένα στον τοίχο με τάξη τα εργαλεία, στο ίδιο σημείο πού τα είχαν βρει και την προηγούμενη μέρα. Κατάλαβαν πια πώς ήταν θέλημα του Αρχαγγέλου να χτιστεί ο καινούργιος ναός στη θέση του παλιού.

Η κατασκευή ξεκίνησε. Όλοι βοηθούσαν στις εργασίες, ακόμα και οι Τούρκοι. Τον σέβονταν από παλιά και τον φοβόντουσαν. Μερικοί απ’ αυτούς είχαν τολμήσει να προσβάλουν το ναό του ή να μπουν στο προαύλιο καβάλα στ’ άλογο τους, και τότε τον είδαν άγριο να τους κυνηγάει και να τους διώχνει.

Όταν ήρθε ή ώρα να μετακινηθεί ή ανάγλυφη εικόνα, στάθηκε αδύνατο. Ο Ταξιάρχης εμπόδισε κάθε προσπάθεια για μετακίνηση της. Ήθελε η εικόνα του να παραμείνει εκεί πού την τοποθέτησε ο δόκιμος Γαβριήλ.

Οι εργασίες προχώρησαν γοργά και πλησίαζαν στο τέλος. Τα χρήματα όμως ήταν λιγοστά. Δεν έφταναν ούτε για τα μεροκάματα των εργατών. Συγκεντρώθηκαν τότε τα μέλη της επιτροπής ανεγέρσεως του ναού στο σπίτι του ταμία. Έμειναν μέχρι αργά το βράδυ προσπαθώντας να βρουν κάποια λύση. Μα έφυγαν άπρακτοι. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Ό ταμίας καθόταν σε μια πολυθρόνα βαρύθυμος και σκεπτικός, όταν ξαφνικά άνοιξε ή πόρτα. Ένας άγνωστος πέρασε μέσα, ανέβηκε τη σκάλα και προχώρησε στο δωμάτιο, όπου βρισκόταν το μπαούλο με τα λιγοστά χρήματα της επιτροπής.

Ο ταμίας προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά δεν μπόρεσε. Ένιωθε τα πόδια του καρφωμένα. Άκουσε το μπαούλο ν” ανοίγει κι ύστερα από λίγο να κλείνει. Μετά είδε τον ξένο να επιστρέφει με βήματα αργά και βαριά. Ήταν ένας νέος με σγουρά μαλλιά και ματιά φωτεινή σαν αστραπή. Φορούσε ρόδινο σακάκι και μαύρες μπότες, πού ανέβαιναν μέχρι τους μηρούς.

Ακολουθήστε το naxostimes.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις