Η Μαρία Χωριανοπούλου μεταφέρει το γνωστό παραμύθι στο Κάστρο της Νάξου και φωτίζει το στεγαστικό αδιέξοδο των εκπαιδευτικών που καλούνται να υπηρετήσουν στα νησιά
Μετά την «Πεντάμορφη και το Τέρας», η Μαρία Χωριανοπούλου επιστρέφει με ένα ακόμη παραμύθι προσαρμοσμένο στη σκληρή πραγματικότητα της νησιωτικής Ελλάδας.
Στο «Κοριτσάκι με τα Σπίρτα», μια αναπληρώτρια εκπαιδευτικός φτάνει στη Νάξο για να υπηρετήσει το δημόσιο σχολείο, έχοντας αφήσει πίσω την οικογένεια και το σπίτι της. Αντί όμως για τη φιλοξενία που προσδοκούσε, βρίσκεται αντιμέτωπη με τα εξαντλητικά ενοίκια, την τουριστική εκμετάλλευση των κατοικιών και την αδιαφορία ενός συστήματος που της ζητά να εργαστεί, χωρίς να της εξασφαλίζει τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για να ζήσει.
Μέσα από τη συμβολική μορφή του γνωστού παραμυθιού, η συγγραφέας θέτει ένα ερώτημα που αφορά πλέον όλα τα νησιά: Ποιος έχει τελικά δικαίωμα να ζει σε έναν τόπο; Εκείνος που τον επισκέπτεται ή εκείνος που προσπαθεί να τον υπηρετήσει;
Στο κείμενο που ακολουθεί, το κοριτσάκι του Άντερσεν αφήνει τους χιονισμένους δρόμους και βρίσκεται, αρχές Σεπτέμβρη, στα στενά του Κάστρου της Νάξου:
Το Κοριτσάκι με τα Σπίρτα
Της Μαρίας Χωριανοπούλου
Μια φορά κι έναν καιρό, αρχές Σεπτέμβρη, ένα κοριτσάκι καθόταν μόνο του κάπου στο Κάστρο της Νάξου.
Δεν ήταν μικρό στην ηλικία. Ήταν όμως μικρό μπροστά σε όλα όσα είχε αφήσει πίσω του.
Ένιωθε τόσο μόνο, που νόμιζε πως χιόνιζε. Δεν χιόνιζε. Ήταν απλώς η πρώτη ψύχρα του φθινοπώρου και η παγωμένη αδιαφορία των ανθρώπων που περνούσαν δίπλα του.
Το κοριτσάκι ήταν αναπληρώτρια καθηγήτρια. Είχε έρθει στο νησί για να διδάξει. Είχε έρθει με μια βαλίτσα, λίγα χρήματα στην τσέπη και πολλή χαρά στην καρδιά. Είχε αφήσει τον σύζυγό της, τα παιδιά της, το σπίτι της και την οικογενειακή της θαλπωρή, γιατί πίστεψε πως η δουλειά που τόσο περίμενε άξιζε αυτή τη θυσία.
Κάθισε λοιπόν στο Κάστρο και άναψε το πρώτο της σπίρτο. Και τότε είδε μπροστά της τη ζεστασιά του σπιτιού της. Είδε το χαμόγελο του συζύγου της την ημέρα που έμαθε πως προσλήφθηκε. Είδε τη χαρά τους. «Τα κατάφερες», της είχαν πει. Και για λίγο ένιωσε πάλι εκείνη τη ζεστασιά. Το σπίρτο έσβησε.
Άναψε το δεύτερο. Και είδε τα παιδιά της. Τις αγκαλιές τους, τα γέλια τους, ένα οικογενειακό τραπέζι, μια καθημερινότητα που τώρα θα έπρεπε να χωρέσει σε βιντεοκλήσεις και τηλεφωνήματα. Το σπίρτο έσβησε.
Άναψε το τρίτο. Και είδε τους γονείς της. Είδε τα χρόνια του μόχθου τους για να τη σπουδάσουν. Τα έξοδα, τις στερήσεις, την περηφάνια τους όταν πήρε το πτυχίο. Είδε στα μάτια τους την ελπίδα ότι το παιδί τους θα αποκτούσε κάποτε μια δουλειά, ένα σπίτι, μια αξιοπρεπή ζωή.
Το σπίρτο έσβησε κι αυτό.
Και τότε κοίταξε γύρω της. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι ανθρώπους. Τουρίστες που απολάμβαναν τις τελευταίες μέρες του καλοκαιριού. Άνθρωποι που έβγαζαν φωτογραφίες, έτρωγαν, διασκέδαζαν. Μα κανείς δεν έβλεπε το κοριτσάκι.
Και κάπου εκεί εμφανίστηκαν οι ιδιοκτήτες των σπιτιών.
«Δική μας είναι η περιουσία», έλεγαν. «Τη νοικιάζουμε όσο και όπου θέλουμε».
Και βέβαια είναι δική τους. Μόνο που το κοριτσάκι αναρωτήθηκε αν η ιδιοκτησία μπορεί να δικαιολογεί κάθε τιμή. Αν το σπίτι είναι μόνο επένδυση ή αν μπορεί κάποτε να γίνει και καταφύγιο για έναν άνθρωπο που ήρθε να υπηρετήσει το δημόσιο σχολείο.
«Τα νοικιάζουμε μόνο σε τουρίστες». Και το κοριτσάκι κατάλαβε. Ο τουρίστας μένει λίγες μέρες και πληρώνει πολλά. Η αναπληρώτρια μένει μήνες και πληρώνει επίσης πολλά.
Μόνο που εκείνη ήρθε για να εργαστεί.«Αν θέλεις, υπάρχει και χωρίς συμβόλαιο».
Και το κοριτσάκι κατάλαβε ακόμη κάτι. Ότι όταν η ανάγκη συναντά την απληστία, ο αδύναμος είναι συνήθως εκείνος που δεν έχει επιλογές.
Της είπαν ακόμη: «Πήγαινε σε κανένα χωριό. Θα βρεις φθηνότερα. Θα πηγαινοέρχεσαι με το λεωφορείο». Και τότε το κοριτσάκι σκέφτηκε τα χωριά της ορεινής Νάξου. Μήπως εκεί υπήρχε ακόμη χώρος για τον άνθρωπο; Μήπως εκεί η φιλοξενία είχε κρατήσει τη θέση της απέναντι στο ευρώ; Μήπως εκεί ένα άδειο σπίτι μπορούσε ακόμη να δοθεί σε έναν εκπαιδευτικό αντί να περιμένει τον επόμενο επισκέπτη; Ίσως. Ίσως όχι.
Γιατί και τα χωριά αλλάζουν. Και ο τουρισμός δεν μένει πια μόνο στη θάλασσα.
Το κοριτσάκι έσφιξε τη βαλίτσα του. Και τότε σκέφτηκε κάτι ακόμη πιο τρομακτικό.
«Κι αν δεν δεχτώ τη θέση επειδή δεν μπορώ να βρω σπίτι;»
Τότε, σύμφωνα με τους κανόνες των προσλήψεων, η άρνηση ή μη ανάληψη υπηρεσίας μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες για τη δυνατότητά της να εργαστεί ξανά ως αναπληρώτρια. Και το κοριτσάκι γέλασε πικρά.
«Μα εγώ ήρθα να μορφώσω τα παιδιά σας. Να τους μάθω γράμματα. Να τους μάθω τέχνη.
Να τους μάθω πως ο άνθρωπος αξίζει περισσότερο από τα πράγματά του. Να τους μάθω πως το χρήμα δεν είναι το παν.»
Και ύστερα κοίταξε τα σβησμένα σπίρτα στο χέρι της. Τρία μικρά σπίρτα. Ένα για τον άνθρωπό της. Ένα για τα παιδιά της. Ένα για τους γονείς της. Και κανένα για το σπίτι που δεν βρήκε.
Ίσως αυτό να είναι το πιο παράξενο παραμύθι της εποχής μας. Ένα νησί που καλεί ανθρώπους να έρθουν να δουλέψουν στα σχολεία του, αλλά δεν μπορεί να τους εξασφαλίσει ούτε τα στοιχειώδη για να ζήσουν. Ένας τόπος που γεμίζει από επισκέπτες, αλλά αδειάζει από εκείνους που τον υπηρετούν όλο τον χρόνο. Και κάπου, μέσα στα στενά του Κάστρου, ένα κοριτσάκι ανάβει το τελευταίο του σπίρτο. Αυτή τη φορά δεν βλέπει ούτε σπίτι ούτε οικογένεια. Βλέπει μόνο μια ερώτηση:
Ποιος τελικά έχει δικαίωμα να ζει σε έναν τόπο; Εκείνος που τον επισκέπτεται ή εκείνος που προσπαθεί να τον υπηρετήσει;
Ίσως όμως σήμερα το κοριτσάκι με τα σπίρτα να έχει να μας θυμίσει κάτι ακόμη: Δεν είναι πολυτέλεια να έχεις ένα σπίτι. Είναι προϋπόθεση για να μπορείς να ζήσεις, να εργαστείς και να προσφέρεις.
ΑΚΟΥΕΙ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ;
ΑΚΟΥΕΙ ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ;
ΑΚΟΥΕΙ Η ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑ;
ΑΚΟΥΕΙ Ο ΔΗΜΟΣ;
ΑΚΟΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ;
Κεντρική φωτογραφία: Έργο της εκπαιδευτικού και εικαστικού Μαρίας Χωριανοπούλου, το οποίο δημιουργήθηκε το 2020, όταν η ίδια βρήκε σπίτι στην Τραγαία της Νάξου.
Ακολουθήστε το naxostimes.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις































































