Πώς ένας φιλόλογος που αγάπησε την Ιταλία μετέτρεψε το πάθος του για τις γεύσεις σε μια ξεχωριστή γαστρονομική πρόταση στη Νάξο
Υπάρχουν ιστορίες που τις ακούς και τις ξεχνάς. Και υπάρχουν κι εκείνες που μένουν μέσα σου γιατί σου θυμίζουν πόσο σπάνιο είναι να συναντάς ανθρώπους που βρήκαν το θάρρος να ακολουθήσουν αυτό που αγαπούν πραγματικά.
Όταν γνώρισα καλύτερα τον Νίκο Δημητροκάλλη, κατάλαβα ότι το Dal Professore δεν γεννήθηκε μέσα σε μια επαγγελματική κουζίνα. Γεννήθηκε πολλά χρόνια πριν. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν ένας νεαρός φοιτητής Φιλολογίας βρέθηκε στην Ιταλία για σπουδές και ερωτεύτηκε έναν ολόκληρο τρόπο ζωής.
Τις μικρές τρατορίες.
Τα τραπέζια που γέμιζαν φωνές.
Την αξία της πρώτης ύλης.
Την υπομονή της δημιουργίας.
Άρχισε να ταξιδεύει σε χωριά και πόλεις, να αναζητά τις γεύσεις πίσω από τις συνταγές, να παρατηρεί ανθρώπους που μαγείρευαν με τον ίδιο σεβασμό που άλλοι γράφουν ποίηση. Έψαχνε τις καλύτερες ταλιατέλες ενός χωριού, χτυπούσε την πόρτα μιας γιαγιάς για να μάθει πώς φτιάχνονται τα νιόκι, απορροφούσε εικόνες, μυρωδιές και ιστορίες που έμελλε να τον ακολουθούν σε όλη του τη ζωή.
Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα, ακολούθησε έναν δρόμο που έμοιαζε λογικός. Άνοιξε το φροντιστήριό του στην Κηφισιά, εργάστηκε, προχώρησε, έχτισε μια ζωή που πολλοί θα θεωρούσαν επιτυχημένη.
Κάπου όμως μέσα του συνέχιζε να ζει εκείνος ο νεαρός φοιτητής της Ιταλίας και κάποια στιγμή πήρε μια απόφαση που δεν παίρνουν πολλοί άνθρωποι. Άφησε πίσω του τη βεβαιότητα και ακολούθησε το πάθος του.

Αυτό που με συγκίνησε περισσότερο στην ιστορία του, όμως, δεν ήταν μόνο η αγάπη του για την Ιταλία. Ήταν η αγάπη του για τη Νάξο. Γιατί όσο μιλά για τις εμπειρίες που τον διαμόρφωσαν στο εξωτερικό, άλλο τόσο μιλά για τον τόπο του. Για τους ανθρώπους του. Για τα προϊόντα του. Για τις γεύσεις με τις οποίες μεγάλωσε.
Ίσως γι’ αυτό η κουζίνα του δεν είναι ούτε καθαρά ιταλική ούτε καθαρά ελληνική.
Είναι η προσωπική του διαδρομή αποτυπωμένη σε ένα πιάτο.
Είναι η συνάντηση δύο κόσμων: Της Ιταλίας που αγάπησε και της Νάξου που ποτέ δεν έφυγε από μέσα του.
Το βράδυ που άκουγα την ιστορία του, συνειδητοποίησα ότι για καιρό έβλεπα το αποτέλεσμα χωρίς να γνωρίζω τη διαδρομή. Έβλεπα το Dal Professore. Δεν είχα γνωρίσει ακόμη τον άνθρωπο που βρισκόταν πίσω από αυτό. Και ξαφνικά πολλά πράγματα άρχισαν να βγάζουν νόημα.
Η επιμονή στη λεπτομέρεια.
Η σημασία που δίνει στην πρώτη ύλη.
Η αισθητική που διαπερνά τον χώρο, τα πιάτα, ακόμη και τον τρόπο με τον οποίο μιλά για τη δουλειά του.

Για μένα το φαγητό δεν ήταν ποτέ μόνο γεύση.
Ήταν μνήμη, εικόνα, συναίσθημα… Ήταν ένας τρόπος να αφηγηθείς μια ιστορία χωρίς να χρησιμοποιήσεις λέξεις.
Και τότε κατάλαβα ότι ο Νίκος Δημητροκάλλης κάνει ακριβώς αυτό. Δεν σερβίρει φαγητό. Αφηγείται μια ζωή. Μια ζωή γεμάτη αναζητήσεις, επιλογές, αμφιβολίες, ρίσκο, επιμονή και αγάπη.
Γι’ αυτό, όταν σήμερα κοιτάζω ένα πιάτο του, δεν βλέπω μόνο υλικά και τεχνικές. Βλέπω έναν άνθρωπο που τόλμησε να αλλάξει πορεία. Έναν άνθρωπο που ακολούθησε μια βαθιά προσωπική ανάγκη.
Και ίσως γι’ αυτό το Dal Professore έχει ψυχή.
Χρύσα Σταύρου
Ακολουθήστε το naxostimes.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις































































